HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

Η αναπαραγωγή του είδους Benthochromis tricoti στην αιχμαλωσία
Τα κείμενα και το φωτογραφικό υλικό είναι του Paolo Salvagiani

(paolo.salvagiani@libero.it)

Το είδος Benthochromis tricoti είναι ένα ενδημικό είδος κιχλίδας της λίμνης Tanganyika και απαντάται στις μεγάλες ξέρες που βρίσκονται στα βαθιά της λίμνης. Έχει καταγραφεί, επί το πλείστον, σε βάθη μεταξύ εκατό (100) και εκατόν πενήντα (150) μέτρων, όπου οι βραχώδεις ακτές της λίμνης κόβονται απότομα και σχηματίζουν κατρακύλια, ενώ την εποχή της αναπαραγωγής το είδος ανεβαίνει σε ρηχότερα νερά (έως τα εξήντα πέντε μέτρα), όπου τα αρσενικά άτομα ψάχνουν τα κατάλληλα σημεία για ζευγάρωμα. Ο Ad Konings (από προσωπικό του σχόλιο) έχει ανακαλύψει πως στο Cape Mpimbwe, τα αρσενικά άτομα μιας πληθυσμιακής ομάδας του είδους συνηθίζουν να κατασκευάζουν πραγματικά τεράστιους κώνους από άμμο. Πρόκειται για αρκετά μεγαλόσωμο ζώο, όπου τα αρσενικά αναπτύσσονται σε τελικό μέγεθος έως τα είκοσι (20) περίπου εκατοστόμετρα, μαζί με τα πολύ μακριά ουραία πτερύγιά του που μοιάζουν με μακριές τρίχες, ενώ τα θηλυκά παραμένουν αισθητά πιο μικρόσωμα. Το τυπικό γνώρισμα αυτών των ψαριών είναι οι αργές χαριτωμένες τους κινήσεις, περισσότερο αισθητές την εποχή της ωοτοκίας, όπου τα αρσενικά κατά τη διάρκεια των flirts απλώνουν τα πτερύγια τους και ανοίγουν διάπλατα το στόμα τους παίρνοντας θαυμάσιες στάσεις. Στη φύση το ζώο τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με πλανκτονικούς οργανισμούς, ενώ η αναπαραγωγικς τους τεχνική δείχνει ένα μητρικά στοματεπωάζων είδος. Δεν υφίστανται έως τώρα περιγραφές διαφορετικών μορφών ανάλογα με τη γεωγραφική θέση του είδους μέσα στη λίμνη και πιθανώς να μην υπάρχουν τέτοιες.

Αγόρασα και τα δύο (2) αρσενικά μου από το εξωτερικό (Verduijn – Ολλανδία και MalTaVi – Γερμανία) και μπορώ να αναφέρω μόλις ελάχιστες διαφορές στο σουλούπι και τα χρώματά τους, για να γίνω πιο λεπτομερής το ένα έχει μεγαλύτερες πλευρικές γραμμές, ενώ το δεύτερο εμφανίζει εντονότερο κίτρινο χρώμα στα βραγχιακά του επικαλύμματα και στα πτερύγιά του και, σε γενικές γραμμές, είναι κάπως μεγαλύτερο. Αυτό είναι όλο.

Μετά από τη μικρή αυτή εισαγωγή, καλό είναι να σας μεταφέρω την εμπειρία μου σχετικά με αυτό το είδος (και με την αναπαραγωγή του στην αιχμαλωσία). Η δική μου εμπειρία είναι – για λόγους που εξηγώ παρακάτω – ακόμη περιορισμένη και όλο και νέα ερωτήματα μου προκύπτουν, παρά μου επιλύονται οι παλαιότερες απορίες μου. Αυτό, γιατί αιφνιδίως έχασα το μοναδικό θηλυκό που είχα και συνήθιζε να κρατάει τα αβγά του μέχρι τέλους. Διατηρούσα πέντε (5) συνολικά δείγματα (δύο ♂♂ και τρία ♀♀) σε ένα ενυδρείο όγκου εξακοσίων πενήντα (650) λίτρων, το οποίο μοιράζονταν με δέκα τέσσερα (14) άτομα του είδους Cyathopharynx furcifer "Burundi" (μεγέθους δέκα περίπου εκατοστομέτρων, έκαστο) και με ένα ζεύγος Altolamprologus calvus "Zaire". Επρόκειτο για μία ισορροπημένη κοινωνία, αφού όλα τα παραπάνω είδη διαβιούν σε διαφορετικά σημεία μέσα στον υγροβιότοπο.

Λεπτομερώς η χημεία του νερού έχει διαμορφωθεί ως εξής: pΗ 8,5, GH 12, KH 9,0, Redox = 350 microsiemens, σε θερμοκρασία δέκα οκτώ βαθμών Κελσίου (18° C) και καθόλου συγκεντρώσεις νιτρωδών ιόντων. Οι προηγούμενες προσπάθειές μου, με το ίδιο κλειστό σύστημα, στα είδη Cyprichromis leptosoma, Ophthamotilapia ventralis και O. nasuta υπήρξαν ανεπιτυχείς, λόγω της επιθετικότητας των παραπάνω ειδών, ενώ τα B. tricoti είναι απολύτως ήρεμο είδος, με ελάχιστη εξαίρεση την εποχή του ζευγαρώματος. Με την εισαγωγή των B. tricoti, ο αναβάθμισα το περιβάλλον του συστήματος, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μου τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του είδους και έτσι τώρα το μικροπεριβάλλον του ενυδρείου αποτελείται από δύο μεγάλους σωρούς βράχων που φτάνουν σχεδόν ως το μέσον της στήλης του νερού (γύρω στα εξήντα εκατοστόμετρα ύψους), με μία μεγάλη – σχεδόν επίπεδη – πέτρα (με γύρω στα τριάντα πέντε εκατοστόμετρα μήκους) από πάνω τους. Η διατροφή των ζώων – κατά κύριο λόγο – αποτελείται από κατεψυγμένη Artemia salina, μαζί με flakes, και τροφές σε πελλέτες. Απέκτησα το ένα ζεύγος τον Νοέμβριο του 1993, το δεύτερο τον Φεβρουάριο του 1994, ενώ το τρίτο θηλυκό ήταν σχεδόν δώρο του φίλου μου Franco Manes και μου εδόθη τον Μάρτιο του 1994.

Στις αρχές Απριλίου και τα δύο αρσενικά (τότε μάλιστα ήταν πλήρως ανεπτυγμένα ενήλικα άτομα) άρχισαν να επιδεικνύουν τα πρώτα σημάδια πρόκλησης με σκοπό την αναπαραγωγική διαδικασία και ταυτόχρονα ξεκίνησαν και οι πρώτες «επιθετικές στάσεις» του ενός απέναντι του άλλου. Τελικά ο ζωτικός χώρος χωρίστηκε, με πραγματικά περίεργο τρόπο, με το ένα αρσενικό να «διαφεντεύει» το ενυδρείο όταν τα φώτα ήταν σβησμένα (τρεις λάμπες φθορισμού), ενώ το δεύτερο αναλάμβανε εξουσία την περίοδο που τα φώτα ήταν αναμμένα (η φωτοπερίοδος ξεκινούσε στη μία το μεσημέρι και σταματούσε στις δέκα το βράδυ). Μετά από αυξημένη συμπεριφορά flirt, την 31η Μαΐου μπορούσα επί τέλους να παρατηρήσω το πρώτο ζευγάρωμα. Και τα δύο ψάρια (αρσενικό και θηλυκό), άρχισαν να καθαρίζουν τις επίπεδες πέτρες που ανέφερα προηγουμένως και αργότερα πλησίαζαν την τοποθεσία αυτή με την κοιλιά, όπου απότομα έγινε και έντονα εμφανής ο ωαγωγός του θηλυκού ατόμου. Αν και το έχω μετανοήσει, αναγκάστηκα να απομακρυνθώ και να σβήσω τα φώτα, ελπίζοντας να «επανεκινηθεί» η διαδικασία το επόμενο πρωινό. Τελικά την επόμενη μέρα όλα έμοιαζαν «κανονικά», αλλά όταν τάισα, τα θηλυκά ενεπλάκησαν σε ζευγάρωμα. Το προηγούμενο βράδυ, το ένα θηλυκό, ενώ κατάπινε ένα μεγάλο flake ταυτοχρόνως «φυσώντας» μία μεγάλη φυσαλίδα αέρα (αρκετά κοινή συμπεριφορά αυτού του είδους), «έφτυσε» και δύο (2) μικροσκοπικά αβγά (στο χρώμα του ελεφαντοστού). Το ζευγάρωμα λοιπόν επετεύχθη και έτσι μόλις άρχιζε η πιο δύσκολη περίοδος, αυτή της στοματεπώασης. Παρατηρώντας τη μητέρα που «κουβαλούσε», μπορούσα να εντοπίσω ένα μικρό πρήξιμο στο στόμα της, αλλά και τα αβγά που έφερε (μαντεύοντας μόνο) από τις μασητικές κινήσεις του ζώου, κινήσεις ευδιάκριτες ανάμεσα στα στοματεπωάζοντα είδη. Αυτή η συνήθεια συνεχίστηκε και τις επόμενες ημέρες, καθιστώντας με βέβαιο πως όλα έβαιναν σωστά. Αν και τάιζα με φειδώ, μετά από ένα δεκαήμερο το θηλυκό ψάρι, έφτυσε ένα μικρό ιχθύδιο (υπό μορφήν λάρβας), μήκους μόλις έξι (6) χιλιοστομέτρων, που έμοιαζε σαν τα αβυσσαλέα «τερατόμορφα» είδη ψαριών: τεράστιο κρανίο, προεξέχουσες σιαγώνες, μικρό σώμα και ουρά και – το πιο εκπληκτικό – χωρίς ίχνος λεκιθικού σάκου. Οπότε σε διάστημα μόλις δέκα (10) ημερών (και σε θερμοκρασία 25° C) ο λεκιθικός σάκος «είχε πάει περίπατο»! Το να μαζέψω με απόχη το θηλυκό και να επιχειρήσω stripping, δεν ήταν και τόσο εύκολη διαδικασία, αλλά τελικά κατάφερα να το πετύχω. Τα αποτελέσματα ήταν πτωχά: μόνο τρία (3) μωρά, αλλά αυτό ήταν τουλάχιστον ικανοποιητικό, αφού το πρόσφατο πρώτο ζευγάρωμα του είδους είχε επιτευχθεί στην αιχμαλωσία! Υποπτεύομαι πως την ώρα που τη μάζεψα με την απόχη είχε φτύσει κι άλλα (πιθανώς ιχθύδια και όχι λάρβες) στο κυρίως ενυδρείο μου. Οι νεοφερμένοι στεγάστηκαν σε μία επιπλέουσα γεννήστρα, μέσα στο κυρίως ενυδρείο, ώστε να επιτρέπεται ικανοποιητικά αρκετή κυκλοφορία νερού και ξεκίνησα το τάισμα με νεοεκκολαυθέντες ναυπλίους Artemia salina, που παρ’ ότι έμοιαζαν μεγάλοι για τα στόματα των μικρών, καταπίνονταν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, αν και τα ιχθύδια δεν ήταν σε θέση να λάβουν τη σωστή θέση κολύμβησης. Έχασα τα τρία μέσα σε διάστημα λίγων ημερών (υποψιάζομαι προβλήματα διατροφής, αφού μετά την κατάποση οι αναπνοές του δυσκολεύονταν και το άδειασμα των κοιλιών τους γινόταν με κάποια δυσκολία). Ο μοναδικός επιζών, παρ’ όλα αυτά, είκοσι μέρες μετά, έμοιαζε στη μητέρα του σε όλα, εκτός από το μέγεθος και κολυμπούσε ελεύθερος στο νερό. Μέσα σε τρεις (3) μήνες πήρε πεντέμισι (5,5) εκατοστόμετρα σε μήκος, καταναλώνοντας λάρβες μαύρων κουνουπιών. Άλλο ένα ζευγάρωμα έλαβε χώρα την 27η Ιουνίου (με το ίδιο θηλυκό άτομο και σε θερμοκρασία 27° C), με αποτέλεσμα πέντε (5) ιχθύδια μήκους οκτώ (8) χιλιοστομέτρων που κολυμπούσαν από μόνα τους, με λίγες δυσκολίες όταν απελευθερώθηκαν. Για άλλη μία φορά μόνο τα δύο (2) κατάφεραν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν. Δυστυχώς μάλιστα την ίδια μέρα που γεννήθηκαν, πέθανε η μητέρα τους, προς μεγάλη μου λύπη.

     

Αυτό που απεκόμισα έως τώρα, αν και έχω πολλά ερωτηματικά γι’ αυτό το είδος και την αναπαραγωγή του ακόμη, είναι τα παρακάτω:

  • Πώς γίνεται λάρβες μήκους έξι (6) έως οκτώ (8) χιλιοστομέτρων, χωρίς λεκιθικό σάκο να δύνανται να αναπτυχθούν έως σχεδόν ολοκληρωμένα ψάρια χωρίς να έχουν ουδεμία επαφή με κάποιο υπόστρωμα;
  • Τρέφονται άραγε μέσα στο στόμα της μητέρας τους; Τι συμβαίνει και έχουν συλληφθεί άγρια θηλυκά στο φυσικό τους περιβάλλον να «κουβαλάνε» νεογέννητα ιχθύδια μήκους τριών (3) και τεσσάρων (4) εκατοστομέτρων;
  • Τι νόημα έχει η ύπαρξη τόσο μεγάλου στόματος σε λάρβες που μόλις και μπορούν να καταπιούν «νεοεκκολαυθέντες» ναυπλίους Artemia salina0);
  • Πώς και ένα ψάρι τέτοιου μεγέθους να «παράγει» τόσα λίγα αβγά; Ακόμη και μετά από εργαστηριακές τομές (ανατομία), μόνο πολύ λίγα αβγά έχουν αναφερθεί. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να δικαιολογηθεί με τα ψάρια του γένους Tropheus, αφού το μέγεθος των αβγών είναι σχεδόν διπλάσιο από εκείνο των αβγών των B. tricoti.

Αυτά είναι μόνο ελάχιστα από τα αναπάντητα ερωτηματικά που αντιμετωπίζω σχετικά με το είδος B. tricoti, αλλά ελπίζω πως κάποιοι ενθουσιώδεις εκτροφείς κιχλίδων θα πάρουν τις απαντήσεις, αφού θα προσπαθήσουν να αναπαράγουν αυτό το εκπληκτικό είδος αφρικάνικων κιχλίδων. 

Βιβλιογραφία:

  • Hacard J.P. (1990) Cyathopharynx furcifer ou le reve realise. Revue Française des Cichlidophiles (Γαλλική ανασκόπηση των Κιχλιδοφίλων) n. 100 p. 12. Juin 1990.
  • Konings A.; Dieckhoff H.W. (1992) Les secrets du Tanganyika pp. 28, 36, 66.Cichlid Press Ed. Française Africa Marseilles. France.) - (Γαλλική ανατύπωση του TANGANYIKA SECRETS)  
  • Kruter R. (1991) The giant featherfin. The Cichlid Year Book vol. n. 1 pp.4-6. Cichlid Press. St. Leon-Rot. Germany.
  • Pryen P. (1993) Benthochromis tricoti. Revue Française des Cichlidophiles n.132 pp. 21-23.Oct. 1993.
  • Smith M. (1993) A mysterious visitor from Lake Tanganyika. Tropical Fish Hobbyist pp. 25-30May 1993. U.S.A.

Λίγα λόγια για τον Paolo Salvagiani (από τον Francesco Zezza): Ο Paolo είναι ένας από τους πλέον έμπειρους «κιχλιδόφιλους» στην Ιταλία (και όχι μόνο σε σχέση με τις κιχλίδες της λίμνης Tanganyika και μόνο, αν και τυχαίνει αυτά να είναι τα είδη που αποτελούν το κύριο ενδιαφέρον του). Επειδή ανέφερε τη μέθοδο sripping, θα πρέπει να σκεφτείτε το πλαίσιο της προσπάθειάς του που ήταν η προσπάθεια αναπαραγωγής ενός τόσο δύσκολου είδους όπως συμβαίνει να είναι το είδος Benthochromis tricoti. Ο Paolo, εκτός των άλλων είναι και εις εκ των μελών του περιοδικού Hydra (που είναι μία θαυμάσια έκδοση στην ιταλική γλώσσα). Παρακαλούμαι επικοινωνήστε με τον συγγραφέα του άρθρου αυτού για περαιτέρω πληροφόρηση σχετικά με το είδος B. tricoti.

Η επιμέλεια του Ελληνικού MCH γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον Ανδρέα Ηλιόπουλο, στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ύπαρξη της ελληνικής έκδοσης.

Back ] Up ] Next ]

Site Search 

Contact us

       

Malawi Cichlid Homepage © 1999-2006. All rights reserved.