HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

«ΓΑΤΟΨΑΡΑ»
Μία χαοτική βιοποικιλότητα που ακόμη περιμένει για να ανακαλυφθεί !

 

ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Όλοι μας, αργά ή γρήγορα, εμπλεκόμενοι με το hobby του ενυδρείου, μοιραία θα ασχοληθούμε με τα «Γατόψαρα». Οι λόγοι είναι δύο, παρ’ ότι ο δεύτερος κατηγορηματικά έπεται του πρώτου.

Χρησιμοποιούμε διαφόρων ειδών «Γατόψαρα» στα κοινωνικά ενυδρεία μας (community tanks) γιατί ένα βασικό κομμάτι της βιολογικής αλυσίδας ενός κλειστού υδάτινου συστήματος το διαχειρίζονται «Γατόψαρα».

Είδη «Γατόψαρων» είναι αυτά που μαζεύουν και καταναλώνουν την τροφή που τα άλλα ψάρια μας δεν θα φάνε, ή καταναλώνουν πτώματα οργανισμών που δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε και να απομακρύνουμε από το ενυδρείο. Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή της παραμονής αφάγωτης τροφής και της σήψης μέσα στον ευμετάβλητο κόσμο ενός ενυδρείου, αυτό θα δημιουργούσε ρύπους που θα απορύθμιζαν αυτές τις λεπτές ισορροπίες. Επίσης «Γατόψαρα» είναι αυτά που ελέγχουν και τις ποσότητες των αλγών στα ενυδρεία.

Ο βασικός λόγος λοιπόν της διατήρησης διαφόρων ειδών «Γατόψαρων» στα ενυδρεία μας είναι η ανάγκη μας να διαχειριστούμε με φυσικούς τρόπους κάποια κομμάτια της τροφικής αλυσίδας μέσα στα κλειστά συστήματα.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ομορφιά και τις ιδιαιτερότητες αυτών των ειδών. Εξ’ άλλου η συμπεριφορά τους, αλλά και η συλλεκτική τους αξία, λόγω της τεράστιας βιοποικιλότητάς τους, καθιστά κάποια από τα είδη αρκετά σπάνια και δυσεύρετα μέσα στο χώρο του hobby, αλλά και στο ίδιο το φυσικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα η διατήρηση τέτοιων ειδών να γίνεται αποκλειστική συνήθεια από κάποιους χομπίστες και η μανιώδης περιπλάνηση μέσα στην ιδιαίτερη βιολογία τους, να δημιουργεί ένα δεύτερο hobby μέσα στο hobby από κάποιους άλλους.

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ «ΓΑΤΟΨΑΡΩΝ»

Τα «Γατόψαρα» (Catfishes) ανήκουν στο μεγάλο group των OSTEICHTHYIDAE (Οστεϊχθύες), τάξη Actinopterygii (Ακτινοπτερύγια). Ο σκελετός τους δηλαδή, αποτελείται από κόκαλα και όχι από χόνδρους ή/και χόνδρινες πλάκες.

Κατατάσσονται στα SILURIFORMES που αριθμούν τουλάχιστον τριάντα (30) διαφορετικές οικογένειες και πάνω από τετρακόσια είδη (400) και κατοικούν στους υγροβιότοπους όλου σχεδόν του Πλανήτη (βλ. πίνακα 1.). Εδώ θα ασχοληθούμε με τις πιο διαδεδομένες οικογένειες στο hobby, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιπες οικογένειες μας αφήνουν αδιάφορους. (βλ. πίνακα 2. για λεπτομερή κατάταξη που έχει γίνει μέχρι σήμερα, αφού η έρευνα συνεχίζεται και καινούργια είδη έρχονται συνεχώς στο φως)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ, ΓΕΝΗ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΓΑΤΟΨΑΡΩΝ

Τα πιο συνηθισμένα είδη «Γατόψαρων» που συναντάμε σε «κοινωνικά» ενυδρεία ανήκουν στις οικογένειες CALLICHTHYIDAE (πχ Corydoras species) και LORICARIIDAE (πχ Ancistrus species).

Σε κοινωνικά ενυδρεία καταγωγής (origin tanks), που φιλοξενούν ψάρια της οικογένειας CICHLIDAE από τις λίμνες της νοτιοανατολικής Αφρικής (Victoria, Tanganyika, Malawi) συναντάμε «Γατόψαρα» της οικογένειας MOCHOKIDAE (Synodontis species), σπανιότερα συναντάμε μέλη της οικογένειας BAGRIDAE (πχ Auchenoglanis species), λόγω του μεγάλου μεγέθους και τις σπάνιας εμφάνισης αυτών των ειδών στις εισαγωγές, αφού δεν είναι πολύ γνωστά.

Πολύ σπανιότερα μάλιστα συναντάμε είδη από την οικογένεια MALAPTERURIDAE, για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω, αλλά και λόγω του ρεύματος χαμηλού Voltage που παράγουν αυτά τα είδη ώστε να ακινητοποιούν και να θανατώνουν την λεία τους.

Αρκετά δημοφιλή είναι τα είδη των οικογενειών DORADIDAE (πχ Acanthodoras species) και PIMELODIDAE (πχ Pimelodella pictus, P. maculatus, Phractocephalus hemiliopterus ) της νότιας Αμερικής, PANGASIIDAE (Pangasius species) και SCHILBELIDAE της Ασίας. Αρκετά σπάνια είναι η εμφάνιση των αφρικάνικων SCHILBELIDE (πχ Schilbe intermedius).

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΚΟΙΝΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ASPREDINIDAE

Κιθαρόσχημα γατόψαρα
Νότια Αμερική

BAGRIDAE

«Γυμνά» γατόψαρα

Ασία – Αφρική

CALLICHTHYIDAE

«Θωρακισμένα» γατόψαρα

Νότια Αμερική

CHACIDAE

 

Ασία

CLARIIDAE

Κλαρίες

Ασία – Αφρική

DORADIDAE

«Αγκαθωτά» γατόψαρα

Νότια Αμερική

ICTALURIDAE

Γατόψαρα με κερασφόρα χείλη

Βόρεια & Κεντρική Αμερική

LORICARIIDAE

«Θωρακισμένα με πλάκες»

Νότια Αμερική

MALAPTERURIDAE

Ηλεκτροφόρα γατόψαρα

Αφρική

MOCKOKIDAE

Synodontis sp.

Αφρική

PANGASIIDAE

Pangasius sp.

Ασία

PIMELODIDAE

Γατόψαρα με πλατιά μύτη

Νότια Αμερική

SCHILBELIDAE

«Γυάλινα» γατόψαρα

Ασία – Αφρική

SILURIDAE

Γατόψαρα του Παλιού Κόσμου

Ευρω-Ασία

TRICHOMYCTERIDAE

 

Νότια Αμερική

πιν. 1

Αρκετές φορές συναντάμε είδη από την οικογένεια CLARIIDAE (Clarias species), μόνο που δυστυχώς είναι πολύ συνηθισμένο να τα βλέπουμε σε ακατάλληλα ενυδρεία και με ασύμβατους συγκατοίκους. Τα είδη αυτής της οικογένειας μεγαλώνουν πάρα πολύ (πχ Clarias batrachus - 50cm, C. gariepinnis - 75cm) και χορταίνουν την απύθμενη πείνα τους με όλους τους συγκατοίκους τους που χωράνε στο στόμα τους. Το στόμα τους μάλιστα διαθέτει τέτοιο μέγεθος που μοιραία αυτά τα είδη καταλήγουν να ζουν μόνα τους σε πολύ μικρά, ερημωμένα από άλλα είδη, ενυδρεία. Μπορούν να αναπνέουν αέρα και μπορούν να μείνουν αρκετές ώρες έξω από το νερό, εάν μάλιστα έχουν εξασφαλισμένη την απαραίτητη υγρασία σημειώνουν ρεκόρ παραμονής εκτός νερού. Λέγεται στην Αφρική πως είναι τα ζώα του νερού που πεθαίνουν τελευταία από την ξηρασία που στεγνώνει τους νερόλακκους της σαβάνας.

Μέλη των υπολοίπων οικογενειών είναι μάλλον απίθανο να συναντήσουμε σε ελληνικά ενυδρεία και σπανιότατα τα συναντάμε σε ενυδρεία ξένων ακουαριστών, από χώρες που το ενυδρείο σαν hobby είναι πολύ διαδεδομένο (Βόρεια Ευρώπη, Βόρεια Αμερική).

CALLICTHYIDAΕ

ΓΕΝΙΚΑ

Η οικογένεια περιλαμβάνει τις δύο πιο γνωστές υποοικογένειες των : CALLICHTHYINAE και CORYDORADINAE. Η υποοικογένεια των CALLICHTHYINAE περιλαμβάνει τα γένη Callichthys (C. callichthys), Dianema (D. longibarbis, D. urostriata), Hoplosternum (H. littorale, H. pectorale, H. thoracatum variations) κ.α, ενώ η υποοικογένεια των CORYDORADINAE περιλαμβάνει τα εκατόν ογδόντα εννέα (189) είδη του γένους Corydoras που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, τουλάχιστον τα τρία γνωστά είδη του γένους Brochis (Β. britskii, B. multiradiatus, B. splendens) και τουλάχιστον ακόμη πέντε περίπου γνωστά είδη του γένους Aspidoras (A. albater, A. fuscoguttatus, A. menezesi, A. pauciradiatus, A. rochai). Ο τεράστιος αριθμός ειδών του γένους Corydoras είχε σαν αποτέλεσμα την δύσκολη ονοματολογική τους ταξινόμηση, έτσι οι συστηματικοί βιολόγοι τα ταξινομούν πλέον με το λατινικό γράμμα C (που δηλώνει το όνομα του γένους Corydoras) και έναν αριθμό που αντιστοιχεί σε κάποιο είδος (πχ C 035 που αντιστοιχεί στο Corydoras breei).

ΒΙΟΛΟΓΙΑ

Τα περισσότερα είδη της οικογένειας των CALLICHTHYINAE ζουν, τρέφονται και αναπαράγονται στο βυθό ή πολύ κοντά στο βυθό και κάποια ελάχιστα είδη στα μεσόνερα. Εντοπίζουν την τροφή τους με την βοήθεια των μουστακιών-αισθητήρων που διαθέτουν. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτά τα είδη πρέπει να διατηρούνται σε ενυδρεία με φίνα ποταμίσια ή χαλαζιακή άμμο, ή λεπτόκοκκο χαλαζιακό χαλίκι με στρογγυλεμένη επιφάνεια. Τα χοντρά χαλίκια με ακανόνιστη κοφτερή επιφάνεια και η λάβα δεν πάνε μαζί με αυτά τα «Γατόψαρα». Σε τέτοια υποστρώματα τα μουστάκια-αισθητήρες είτε καταστρέφονται με αποτέλεσμα τα ψάρια να πεθάνουν από πείνα, αφού είναι ανίκανα να εντοπίσουν την τροφή τους, ή πληγώνονται και πάνω στις πληγές δημιουργούνται βακτηριδιακές ή/και παρασιτικές μολύνσεις που εκτός από τα ψάρια που μολύνθηκαν αρχικά, μπορεί να μολυνθούν και οι υπόλοιποι κάτοικοι του ενυδρείου. Τα είδη των Callichthys callichthys, Dianema species και Hoplosternum species είναι, επί το πλείστον – νυκτόβια.  Λόγω της βενθικής τους ζωής τα είδη είναι ευαίσθητα στις διάφορες χημικές μεταβολές που συντελούνται στα νέα ενυδρεία στην περιοχή του υποστρώματος, όπως αναερόβιες διαδικασίες ή υψηλές συγκεντρώσεις νιτρικών αλάτων (NO). Καλύτερα λοιπόν να εισάγουμε τα «Γατόψαρα» σε ήδη στρωμένα ενυδρεία, όπου ο κύκλος του Αζώτου (cycling) έχει ολοκληρωθεί πλήρως.

ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Στους φυσικούς τους βιότοπους, τρέφονται με βενθικούς οργανισμούς (σκουλήκια, αυγά, προνύμφες και νύμφες υδρόβιων βενθικών οργανισμών), νεκρή σάρκα και ύλη που βρίσκουν σκάβοντας το υπόστρωμα. Στην αιχμαλωσία είναι καλό να τα ταΐζουμε με τροφές με μεγάλη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες (όχι ζωικής προέλευσης). Οι ζωντανές τροφές (Daphnia magna, Cyclops, Mosquito larvae, Artemia salina, Microworms, Glassworms) είναι ο καλύτερος τρόπος για να τα βάλουμε σε διαδικασία αναπαραγωγής,  ενώ είναι παράλληλα τροφές άριστης ποιότητας  για την καθημερινή τους διατροφή. Δέχονται με ευχαρίστηση κατεψυγμένες τροφές και αρκετά εύκολα συνηθίζουν και σε ξηρές βυθιζόμενες τροφές όπως ταμπλέτες (tablets) και μακαρονάκι (pellets). Όταν τα ταΐζουμε  tablets ή pellets πρέπει πάντα να αφήνουμε αυτές τις τροφές να μουλιάσουν πριν τις ρίξουμε στο ενυδρείο.

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ

Είναι ψάρια ωοτόκα (γεννούν αυγά) που γεννούν πάνω στο υπόστρωμα, κοντά σε αυτό ή κάτω από επιφανειακά φυτά. Η εποχή της ωοτοκίας τους στους φυσικούς τους βιότοπους είναι η εποχή των βροχών, κατά την οποία η χημική σύσταση των νερών αλλάζει δραματικά και η περιεκτικότητα των νερών σε ζωντανή τροφή για τα ενήλικα ψάρια και για τα μωρά που θα προκύψουν αυξάνεται. Στην αιχμαλωσία μπορούμε να τα να αναπαράγουμε μιμούμενοι αυτές τις συνθήκες.

Τα είδη Callichthys callichthys και Hoplosternum species, έχουν ενδιαφέρουσα αναπαραγωγική διαδικασία. Τα αρσενικά αυτών των ειδών φτιάχνουν μία φωλιά-φούσκα, αποτελούμενη από οργανικούς αφρούς που προέρχονται από την βλέννα τους, κάτω από επιπλέουσα βλάστηση. Τα θηλυκά εναποθέτουν στις φωλιές από εκατόν (100) έως πεντακόσια (500) αυγά (ανάλογα με το είδος και το μέγεθός τους), τα οποία γονιμοποιούν τα αρσενικά. Τα αρσενικά αναλαμβάνουν και την φύλαξη της φωλιάς, την προστασία των αυγών αλλά και των μικρών που θα γεννηθούν. Η περίοδος εκκόλαψης κρατάει τρεις- τέσσερις μέρες (ανάλογα με την θερμοκρασία των νερών). Οι προνύμφες τους είναι αρκετά μικρές και οι πρώτες τους τροφές πρέπει να είναι επίσης μικρού μεγέθους (πχ Microworms, νεοεκκολαυθήσα Artemia salina). Αργότερα μπορούν να ταϊστούν με μεγαλύτερες ζωντανές τροφές (Artemia salina, Cyclops, Daphnia magna) και τελικά να «απογαλακτιστούν» με τροφές ξηρής κατάψυξης ( freeze dried)  ή/και ξηρές τροφές.
Η αναπαραγωγή στα είδη του γένους
Corydoras έχει επίσης μεγάλο ενδιαφέρον. Τέσσερα με πέντε, συνήθως, αρσενικά ακολουθούν ένα γόνιμο θηλυκό κάνοντας έναν είδος χορού με κωμικά πηδήματα. Τα θηλυκά την περίοδο της αναπαραγωγής είναι αρκετά φουσκωμένα και η διαφορά τους από - τα ούτως ή άλλως - πλέον μικρόσωμα αρσενικά είναι περισσότερο εμφανής. Ο ουρογενετικός τους πόρος είναι αρκετά πρησμένος. Τα αρσενικά πλησιάζουν τα θηλυκά και σχηματίζουν μαζί τους ένα Ταυ. Πιθανόν τα αρσενικά να ερεθίζουν τα θηλυκά ακουμπώντας τα στην περιοχή του ουρογενετικού πόρου με το κεφάλι και τα μουστάκια τους. Τα θηλυκά γεννούν τα αυγά τους μέσα στα pelvic fins που κρατώντας τα ενωμένα δημιουργούν ένα θύλακα μέσα στον οποίο τα μεταφέρουν ώσπου να βρουν το κατάλληλο μέρος για να τα αποθέσουν. Αφήνουν τα αυγά τους (100 – 200 ανάλογα με το είδος και το μέγεθος των ψαριών) πάνω στο υπόστρωμα ή πάνω σε ρίζες και πέτρες, τα αρσενικά τα γονιμοποιούν και έπειτα τα αφήνουν στην τύχη τους. Για να αναπαραγάγουμε Corydoras species στην αιχμαλωσία, καλύτερα είναι να διατηρούμε ξεχωριστά τα αρσενικά από τα θηλυκά και αφού τα έχουμε ταΐσει καλά για μία περίοδο με ζωντανές τροφές, ώστε να αναπτυχθούν καλά οι γονάδες τους τα βάζουμε στο ίδιο ενυδρείο. Ταΐζουμε συνέχεια με ζωντανές τροφές και κάνουμε μερικές αλλαγές νερού με νερό πιο όξινο, πιο μαλακό και κατά

έναν με δύο βαθμούς πιο κρύο από το νερό που τα διατηρούμε. Τα ενυδρεία αναπαραγωγής τους δεν χρειάζεται να είναι μεγάλα, αρκούν ενυδρεία από 20cm μήκος μέχρι το πολύ 50cm μήκος και όγκο από 35 έως 100 λίτρα. Μετά την ωοτοκία πρέπει να απομακρύνουμε τα ενήλικα ψάρια γιατί υπάρχουν πάρα πολλές πιθανότητες να φάνε τα αυγά τους. Ταΐζουμε τα νεογέννητα με ζωντανές τροφές (Microworms, Daphnia magna, Cyclops και Artemia salina), αργότερα κατεψυγμένες και «απογαλακτίζουμε» με τροφή σε νιφάδες (flakes) που έχουμε τρίψει ώστε να μπορούν τα μωρά να τις φάνε.

Τα πλέον συνηθισμένα είδη του γένους Corydoras που συναντάμε σε community tanks Ελλήνων ακουαριστών είναι τα C. aeneus, η κανονική και η αλφική (albino form) μορφή των C. paleatus.

Οι περισσότεροι χομπίστες όμως, προτιμούν λιγότερο γνωστά και διαδεδομένα ή και αρκετά δυσεύρετα και σπανιότερα είδη όπως τα C. julii, C. melanistius melanistius, C. m. brevirostrum, C. rabauti (“myersi”), C. adolfoi, C. melanotaenia, C. trilineatus, C. barbatus, C. reticulatus, C. haraldschultzi, C armatus, C. panda, C. sterbai, C. metae, C. evelynae, C. eques, C. arcuatus, C. elegans, C. pygmaeus κ.α. Τα υπόλοιπα είδη (πχ όλα τα Aspidoras species και πολλά από τα Corydoras species) είναι από σπάνια ως ανύπαρκτα στην Ελληνική αγορά και οι τιμές τους συχνά απαγορευτικές. Παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες, υπάρχουν ακουαρίστες που ασχολούνται - αφοσιωμένα - με την διατήρηση σπάνιων ειδών της οικογένειας CALLICTHYIDAE.

ΧΗΜΕΙΑ ΝΕΡΟΥ

Τα ψάρια των ειδών της οικογένειας CALLICHTHYIDAE, ζουν στα νερά της Νότιας Αμερικής. Τα νερά αυτής της περιοχής ποικίλουν από μέρος σε μέρος. Έτσι έχουμε την λεκάνη του ποταμού Αμαζονίου και τον Rio Negro, Orenoco κλπ με «μαύρα» και «λευκά» νερά, που καθορίζουν την χημεία του νερού των φυσικών βιότοπων των ειδών της οικογένειας. Έτσι έχουμε «Γατόψαρα» της οικογένειας CALLICHTHYIDAE που ζουν σε πολύ μαλακά (2,0 dGH) και πολύ όξινα νερά με χαμηλό pH (ακόμα και >6,0), έως πραγματικά ουδέτερα νερά (6,0 dGH, pH 7,0 – 7,5) και σε αρκετές περιπτώσεις κάπως σκληρά (25 dGH) και αλκαλικά (pH 8,0). Δεν τους αρέσουν οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες λόγω της βενθικής τους βιολογίας (τα κατώτερα στρώματα του νερού είναι πιο ψυχρά και έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε διαλυμένο Οξυγόνο).

ΔΙΑΦΟΡΑ – ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

Τα είδη «Γατόψαρων» της οικογένειας CALLICHTHYIDAE είναι ψάρια κατάλληλα για τα περισσότερα community tanks, μιας και το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει τα  18 cm σε μήκος στα πιο μεγαλόσωμα είδη (Callichthys callichthys), φτάνει τα 12 cm στα μέτριου μεγέθους είδη (Hoplosternum species). Τα είδη του γένους Corydoras είναι γενικά μικρότερα. Τα μικρότερα είδη δεν ξεπερνούν τα 2 με 2,5 cm (C. pygmaeus) ενώ τα πιο μεγαλόσωμα φτάνουν και τα 12 cm (C. barbatus). Οι καταλληλότεροι συγκάτοικοί τους είναι διάφορα φιλήσυχα είδη με ανάλογα μεγέθη. Τα μεγαλόσωμα είδη της οικογένειας CICHLIDAE της νότιας Αμερικής (Astronotus ocellatus, Amphilophus species, Heros severus, τα μεγαλόσωμα είδη του γένους Crenicichla species και ίσως τα Uaru amphiacanthoides) δεν υπάγονται στα συμβατά τους είδη. Τα ασιατικά βενθικά είδη του γένους Botia είναι επίσης ασύμβατα μιας και θα ανταγωνίζονται για τα ίδια είδη τροφής. Η χρησιμότητά τους ως «σκουπιδιάρηδες» και scavengers, η χαριτωμένη και κωμική ομαδική τους συμπεριφορά (ποτέ δεν πρέπει να διατηρούμε ομάδες μικρότερες των 6 – 8 ατόμων) τα έχει κάνει must των community tanks.

LORICARIIDAE

ΓΕΝΙΚΑ

Οι οικογένεια των LORICARIIDAE περιλαμβάνει επτά (7) υποοικογένειες με περίπου εκατόν τριάντα (130) είδη. Τουλάχιστον τέσσερις είναι οι πιο γνωστές  υποοικογένειες: ANCISTRINAE, HYPOPTOPOMATINAE, HYPOSTOMINAE, LORICARIINAE.

Στην υποοικογένεια ANCISTRINAE ανήκουν τα γένη Ancistrus species, Acanthicus species, Baryacinstrus species, Chaetostoma species, Dekeyseria species, Lasiancistrus species, Leporacanthicus species, Lithoxus species, Hemiancistrus species, Hypancistrus species, Panaque species, Pecoltia species, Pseudacanthicus species κ.α.

Μέλη της υποοικογένειας HYPOPTOPOMATINAE είναι τα είδη του γένους Hypoptopoma, Microlepidogaster species, Otocinclus species, Otothyris species, Parotocinclus species κ.α.

Η υποοικογένεια HYPOSTOMINAE περιλαμβάνει τα γένη Cochliodon, Glyptoperichthys species, Hypostomus species, Liposarcus species, Monistiancistrus species, Pterygoplichthys species κ.α.

Στην υποοικογένεια LORICARIINAE ανήκουν τα γένη Farlowella, Loricaria species, Ricola species, Rineloricaria species, Sturisoma species, Sturisomatichthys species, Lamontichthys species κ.α.

Λόγω του τεράστιου αριθμού των ειδών της οικογένειας LORICARIIDAE η συστηματική τους κατάταξη γίνεται με την βοήθεια του λατινικού γράμματος L (που δηλώνει την οικογένεια) και ενός αριθμού, (πχ L 015 που αντιστοιχεί στο είδος Pecoltia vittata). Οι γερμανοί συστηματικά τα κατέτασσαν παλαιότερα με τα γράμματα LDA (εκδοτικός οίκος “DAS AQUARIUM”) και στην Βραζιλία κυκλοφορούσαν στο εμπόριο με τα γράμματα TR, αλλά ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η κατάταξη βάση των αριθμών L και έτσι το τεράστιο μπλέξιμο που αφορούσε στην κατάταξη και την αναγνώριση των ειδών έχει ελαττωθεί αισθητά.

ΒΙΟΛΟΓΙΑ

Όλα τα είδη της οικογένειας είναι ωοτόκα. Ζουν τόσο στα «μαύρα» όσο και στα «λευκά» νερά των ποταμών της νότιας Αμερικής (Αμαζόνιος, Rio Purus, Rio Negro κλπ). Ανάλογα με τα είδη, ποικίλουν και οι απαιτήσεις τους στις φυσικοχημικές παραμέτρους του νερού. Πολλά από τα είδη ζουν σε αρκετά μαλακά (έως 2,0 dGH) και όξινα νερά (pH 5,0), ενώ άλλα ζουν σε κανονικά νερά και κάποια σε σκληρότερα (10 – 12 dGH) και περισσότερο αλκαλικά νερά (pH 7,5). Οι φυσικοί βιότοποί τους είναι γρήγορα κινούμενα, δροσερά νερά, για κάποια είδη και λιγότερο δροσερά εσωτερικά νερά για κάποια άλλα. Κάποια είδη ζουν σε υποβρύχιες συστάδες ριζών υδρόφιλων δένδρων και φυτών με σκιές και σκοτεινά – από τα τανικά και χουμικά οξέα – νερά.

Κάποια κατασκευάζουν τις φωλιές τους μέσα σε τρύπες βυθισμένων ξύλων (πχ Ancistrus dolichopterus), άλλα σε κενά που δημιουργούν οι πέτρες (πχ Hypancistrus zebra) και κάποια σε τρύπες που σκάβουν στη λάσπη (πχ Liposarcus anisitsi). Κατά την περίοδο της ξηρασίας, κάποιες από τις σκαμμένες στη λάσπη φωλιές μπορεί να βρεθούν και επάνω από την επιφάνεια των νερών. Η υγρασία της λάσπης όμως κρατάει τα ζώα ζωντανά σε αυτές τις περιόδους. Η σωστή αναγνώριση των ειδών μας βοηθάει στο να τους παρέχουμε τις σωστές φυσικοχημικές παραμέτρους και το κατάλληλο περιβάλλον στην αιχμαλωσία, ώστε τα ψάρια μας να ζουν καλά και να μπορέσουν να αναπαραχθούν. Το μέγεθός τους ποικίλει ανάλογα με το είδος έτσι οι οικογένεια έχει μικρόσωμα είδη που δεν ξεπερνούν σε τελικό μέγεθος τα 4 cm (πχ Otocinclus affinis), αλλά και κάποια αρκετά μεγαλόσωμα που μπορεί να φτάσουν τα 45 cm (πχ Glyptoperichthys gibbiceps) και κάποια που υπερβαίνουν τα 50 cm (πχ Liposarcus multiradiatus)

ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Οι διατροφικές συνήθειες των ειδών αυτής της τεράστιας οικογένειας ψαριών είναι πολυποίκιλες και ανάλογες με την περιβαλλοντική τους καταγωγή. Υπάρχουν είδη που τρέφονται αποκλειστικά με φυτικής προέλευσης τροφές όπως άλγες ή φρούτα δέντρων των δασών της βροχής (herbivores), παμφάγα είδη (omnivores), που τρέφονται με ότι υπάρχει σε εποχιακή αφθονία και αποκλειστικά σαρκοφάγα (carnivores) που τρέφονται με διάφορους βενθικούς μικροοργανισμούς (σκουλήκια, μικρά καρκινοειδή και ασπόνδυλα ή πλανκτόν). Όπως προαναφέραμε, η σωστή αναγνώριση και η γνώση της διατροφικής τους συνήθειας, μπορούν να μας βοηθήσουμε να ταΐσουμε σωστά τα ψάρια. Στην αιχμαλωσία τα χορτοφάγα είδη πρέπει να τα τροφοδοτούμε με πράσινες τροφές, όπως άλγη και εναλλακτικά σπανάκι, σπιρουλίνα, κολοκυθάκια και μπρόκολα, ενώ τα σαρκοφάγα πρέπει να τα τροφοδοτούμε με πρωτεϊνούχες ζωντανές τροφές (Whiteworms, black mosquito larvae, Artemia salina, Daphnia magna, Cyclops κλπ) και τροφές ξηρής κατάψυξης και βυθιζόμενες ξηρές πρωτεϊνούχες τροφές σε tablets και pellets. Καλό είναι να μουλιάζουμε τις ξηρές τροφές πριν τις ταΐσουμε στα ψάρια μας και επειδή τα περισσότερα από αυτά τα είδη είναι νυκτόβια (nocturnal) να τα ταΐζουμε αφού σβήσουν τα φώτα του ενυδρείου. Τεράστια σημασία έχει η ύπαρξη ξύλου μέσα στο ενυδρείο, το οποίο μασουλάνε ασταμάτητα (πιθανώς τα βοηθάει στην πέψη των δύσπεπτων φυτικών τροφών), γι’ αυτό πρέπει στα ενυδρεία που τα διατηρούμε να υπάρχουν κομμάτια bogwood ή ρίζες mopani.

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η αναπαραγωγή κάποιων ειδών της οικογένειας είναι πολύ εύκολη (πχ Ancistrus dolichopterus, Sturisoma species), αρκεί τα ψάρια να πάρουν ότι χρειάζονται. Στην περίπτωση των A. dolichiopterus, αρκεί ουδέτερο pH 7,0 με 7,5, μέτρια σκληρό (από 6,0 έως 15 dGH), καθαρό νερό και διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες. Τα αρσενικά σκάβουν βαθιές κάθετες τρύπες σε βυθισμένα ξύλα και τις χρησιμοποιούν ως φωλιές. Τα spawning sites είναι βαθιές, κάθετα σκαμμένες, τρύπες σε βυθισμένα ξύλα. Τα θηλυκά που γίνονται δεκτά από τα αρσενικά άτομα στην περιοχή της φωλιάς τους, αποθέτουν τα αυγά τους μέσα στη φωλιά και έπειτα εκδιώκονται από τα αρσενικά, τα οποία παραμένουν σ’ αυτήν, αερίζοντας τα αυγά και προστατεύοντας τα μωρά. Δεν είναι παράξενο να δούμε σε ένα αναπαραγωγικό ενυδρείο (breeding tank) που φιλοξενεί το είδος, δύο – τρεις γενιές μωρών μαζί με ενήλικα ψάρια, αφού τα ενήλικα δεν απειλούν ποτέ την ασφάλεια των μικρών τους. Τα αρσενικά ζευγαρώνουν με περισσότερα από ένα θηλυκά κάθε φορά. Τα μωρά τρέφονται με μικροοργανισμούς που ζουν στο υπόστρωμα (πχ Αμφίποδα, Κωπίποδα κλπ) σαν φυτοπλανκτονικοί οργανισμοί και φυτικής προέλευσης τροφές (άλγη). Μεγαλώνουν αρκετά γρήγορα και μπορούν να τραφούν με σπανάκι, κολοκυθάκια, μπρόκολο ή ξηρές βυθιζόμενες φυτικές τροφές (Spirulina tablets). Τα αρσενικά παρουσιάζουν μορφολογικές διαφορές από τα θηλυκά. Είναι μεγαλύτερα και αναπτύσσουν ένα «θύσανο» από «μουστάκια» στο εμπρός μέρος του κεφαλιού.

Κατά κανόνα δεν τρώνε φυτά (υπάρχουν και εξαιρέσεις), αλλά το μέγεθός τους μπορεί να είναι αρνητικό για ένα φυτεμένο ενυδρείο, μιας και με την κίνησή τους μπορεί να ξεριζώσουν ή να καταστρέψουν φυτά. Κάποιες φορές θα τα ξεριζώσουν για να φτιάξουν μία άνετη κρυψώνα. Είναι συνήθως νυκτόβια, αν και προσαρμόζονται εύκολα και σε ημερήσια δράση, έπειτα από κάποιο διάστημα παραμονής σε ένα ενυδρείο, στο οποίο νοιώθουν ασφαλή. Σε αυτήν την περίπτωση θα ανέβουν στην επιφάνεια για να φάνε flakes μαζί με τα υπόλοιπα ψάρια. Μπορεί να φτάσουν τα 50 cm σε μήκος. Οι χομπίστες προτιμούν σπανιότερα είδη όπως Glyptoperichthys species cf. lituratus, Hypostomus regani, Liposarcus anisitsi (Snow king pleco), Cochliodon cochliodon κλπ. Δέχονται κάθε είδους τροφές (ζωντανές, κατεψυγμένες, ξηρής κατάψυξης, ξηρές τροφές και λαχανικά). Λίγα είναι γνωστά για την αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία. Πιθανώς έχουν την ίδια συμπεριφορά και τις ίδιες τεχνικές με τα μέλη των υποοικογενειών ANCISTRINAE και LORICARIINAE.

HYPOSTOMINAE

ΓΕΝΙΚΑ
Σ’ αυτήν την υποοικογένεια ανήκουν κάποια πολύ δημοφιλή είδη που είναι αρκετά συνηθισμένα σε ενυδρεία (είδη του γένους Glyptoperichthys). Είναι ωοτόκα και μάλλον παμφάγα. Λόγω του μεγέθους τους και της προσαρμοστικότητός τους χρησιμοποιούνται σε ενυδρεία με μεγαλόσωμα είδη ψαριών της οικογένειας CICHLIDAE. Συνήθως συναντάμε τα είδη Hypostomus plecostomus (στην κανονική, στην ξανθική και στην αλφική τους μορφή) και Pterygoplichthys gibbiceps.

Κατά κανόνα δεν τρώνε φυτά (υπάρχουν και εξαιρέσεις), αλλά το μέγεθός τους μπορεί να είναι αρνητικό για ένα φυτεμένο ενυδρείο, μιας και με την κίνησή τους μπορεί να ξεριζώσουν ή να καταστρέψουν φυτά. Κάποιες φορές θα τα ξεριζώσουν για να φτιάξουν μία άνετη κρυψώνα. Είναι συνήθως νυκτόβια, αν και προσαρμόζονται εύκολα και σε ημερήσια δράση, έπειτα από κάποιο διάστημα παραμονής σε ένα ενυδρείο, στο οποίο νοιώθουν ασφαλή. Σε αυτήν την περίπτωση θα ανέβουν στην επιφάνεια για να φάνε flakes μαζί με τα υπόλοιπα ψάρια. Μπορεί να φτάσουν τα 50 cm σε μήκος. Οι χομπίστες προτιμούν σπανιότερα είδη όπως Glyptoperichthys species cf. lituratus, Hypostomus regani, Liposarcus anisitsi (Snow king pleco), Cochliodon cochliodon κλπ. Δέχονται κάθε είδους τροφές (ζωντανές, κατεψυγμένες, ξηρής κατάψυξης, ξηρές τροφές και λαχανικά). Λίγα είναι γνωστά για την αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία. Πιθανώς έχουν την ίδια συμπεριφορά και τις ίδιες τεχνικές με τα μέλη των υποοικογενειών ANCISTRINAE και LORICARIINAE.

LORICARIINAE

 ΓΕΝΙΚΑ
Η υποοικογένεια περιλαμβάνει πάρα πολλά είδη, μεταξύ των οποίων κάποια πολύ δημοφιλή στο χώρο του hobby. Τα περισσότερα τα συναντάμε σπάνια στην Ελλάδα, σε ενυδρεία ανθρώπων που εκτιμούν πάρα πολύ τις ιδιαιτερότητές τους. Από τα πλέον διαδεδομένα στο χώρο είναι είδη από τα γένη Sturisoma (πχ S. aureum),

Farlowella (πχ F. acus, F. gracilis), Rineloricaria (πχ R. lanceolata, R. teffeana, R. microlepidogaster, R. fallax). Πολύ όμορφα, αλλά σπανιότερα να βρούμε στη χώρα μας, είναι τα είδη Rineloricaria heteroptera, R. morrowi, Sturisomatichthys leightoni, Lamontichthys filamentosa που προτιμούνται από χομπίστες. Τα αρσενικά και τα θηλυκά άτομα παρουσιάζουν σεξουαλικό διμορφισμό, που ευκολότερα αντιλαμβάνονται οι εμπειρότεροι ακουαρίστες. Και εδώ τα αρσενικά άτομα προστατεύουν τις φωλιές (αν χρησιμοποιούν φωλιές) και τα αυγά τους. Τα είδη του γένους Sturisoma (πχ S. aureum) γεννούν σε ανοιχτές επιφάνειες ενώ πολλά από τα είδη του γένους Rineloricaria (πχ R. fallax) γεννούν σε τρύπες βυθισμένων ριζών ή ξύλων. Προτιμούν δροσερά νερά και η εκκόλαψη των αυγών τους κρατάει περί την μία εβδομάδα σε θερμοκρασία 24° C. Η παραγωγή τους σε αυγά ποικίλει από είδος σε είδος (40 – 200). Επίσης το σχήμα και το χρώμα των αυγών τους ποικίλει (από υποκίτρινα έως καφέ-κίτρινα). Τα μωρά τους μπορούν να τραφούν αμέσως με ζωντανές τροφές, αν και θα προτιμήσουν αρχικά την βιομάζα του υποστρώματος (awfwuchs). Δέχονται με ευχαρίστηση αρακά, σπανάκι, μπρόκολα και κολοκυθάκια, καθώς και βυθιζόμενες τροφές (tablets, pellets) ή μουλιασμένα flakes. Είναι όμορφα και πολύ ενδιαφέροντα ψάρια που ταιριάζουν σε κάθε φυτεμένο (όχι πυκνοφυτεμένο) ενυδρείο με ήσυχους συγκατοίκους, εφ’ όσον δεν υπάρχουν ακραίες φυσικοχημικές παράμετροι (pH 7,0 – 7,5) και οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 23° C και 26° C. Μασουλάνε και αυτά ξύλα και γι’ αυτό πρέπει να τους προσφέρουμε bogwwod και mopani.

DORADINAE

 ΓΕΝΙΚΑ
Η οικογένεια περιλαμβάνει τα γένη Acanthodoras, Agamyxis, Amblydoras κ.α. Τα είδη προτιμούν σχετικά όξινα έως κανονικά νερά (pH 5,8 – 7,5) με χαμηλές ή σχετικά υψηλές σκληρότητες (0 – 25 dGH), αφού κατά κανόνα ζουν στις εκβολές του Αμαζονίου, στα νερά του Ισημερινού της Γουιάνα και της Κολομβία. Μπορούν να «μπουν» σε community ενυδρεία, εφ’ όσον οι συγκάτοικοί τους δεν θα τα ενοχλούν. Είναι φιλήσυχα νυκτόβια ψάρια και κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβονται σε συστάδες φυτών ή τρύπες βράχων και βυθισμένων ξύλων. Τρέφονται τη νύχτα και μπορούν να αντέξουν αρκετά χαμηλές θερμοκρασίες (πχ Agamyxis pectinifrons - 15°C).Πιθανόν να κατασκευάζουν bubble nests κάτω από επιφανειακά ή επιπλέοντα φυτά (κατά Hancock), όπου γεννούν μέχρι και 2000 αβγά (εξαρτάται πάντα από το είδος). Τα ενυδρεία που θα τα φιλοξενήσουν δεν χρειάζεται να είναι πολύ ψηλά (γύρω στα 30 cm είναι αρκετά καλά) και πρέπει να διαθέτουν κρυψώνες από bogwood, mopani, πέτρες και φυτά. Στη χώρα μας κυκλοφορούν πιο συχνά τα Amblydoras hancockii και τα Platydoras costatus. Τα υπόλοιπα είδη είτε είναι σπάνια ή δεν έχουν εισαχθεί ποτέ, λόγω της χαμηλής τους εμπορικότητας που είναι συνέπεια της νυκτόβιας βιολογίας τους.

MOCHOCIDAE

 ΓΕΝΙΚΑ
Η οικογένεια περιέχει δέκα (10) υποοικογένειες με εκατόν πενήντα είδη (150), τουλάχιστον δύο είναι αρκετά γνωστές. Στην υποοικογένεια των CHΕILOGLANINAE ανήκουν τα είδη του γένους Cheiloglanis, ενώ στην υποοικογένεια MOCHOCINAE τα γνωστά είδη του γένους Synodontis και τα γένη Hemisynodontis, Mochokiella κλπ. Στο hobby στη χώρα μας κυκλοφορούν αρκετά είδη του γένους Synodontis (πχ S. nigriventris, S. notatus, S. decorus, S. angelicus κλπ). Είναι ιδανικά γατόψαρα για community ενυδρεία με είδη της οικογένειας CICHLIDAE των λιμνών της μεγάλης κατακρημνισηγενούς κοιλάδας της νοτιοανατολικής Αφρικής.

Πολλά είδη (τουλάχιστον δέκα) είναι ενδημικά της λίμνης Tanganyika και τουλάχιστον ένα ενδημικό είδος ζει στην λίμνη Malawi (S. njassae). Τα περισσότερα φτάνουν περίπου τα 20 cm. Τα πλέον μεγαλόσωμα φτάνουν τα 40 cm (πχ S. nigramaculatus, S. obesus) ή και πάνω από 55 cm (πχ S. angelicus). Τα μικρόσωμα δεν ξεπερνούν τα 15 cm και ένα από τα πιο μικρά είδη είναι το S. contractus που φτάνει μόλις τα 7,5 cm.

Είναι ωοτόκα και κάποια αποκλειστικά νυκτόβια (πχ S. congicus). Κάποια έχουν αναπτύξει την ίδια τεχνική αναπαραγωγής που έχει το πουλί κούκος. Εξ’ αιτίας αυτής τους της συμπεριφοράς αποκαλούνται “cockoo catfishes”. Φροντίζουν δηλαδή να γεννούν τα αυγά τους κοντά σε mouthbrooders της οικογένειας CICHLIDAE. Τα θηλυκά μαζί με τα δικά τους αυγά παίρνουν στο στόμα τους και τα αβγά αυτών των «Γατόψαρων».

Αυτά συνήθως εκκολάπτονται γρηγορότερα από τα αβγά των κιχλίδων και αρχίζουν να τρέφονται με αυτά ή με τα μωρά των κιχλίδων που είναι μικρότερά τους. Το αποτέλεσμα είναι να γεννηθούν μόνο «Γατόψαρα» και κάποιες φορές να κινδυνέψει και η ζωή του θηλυκού ψαριού που τα διατηρούσε στο στόμα του από τα δυνατά «αγκάθια» τους. Αυτή η τεχνική έχει παρατηρηθεί και σε ενυδρεία στα είδη S. multipunctatus και S. petricola. Για τα υπόλοιπα είδη δεν υπάρχουν αναφορές για την αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία. Πιθανόν δύο άτομα του αντιθέτου φύλου ζευγαρώνουν σε τρύπες βράχων.

Δέχονται οποιοδήποτε είδος τροφής – ακόμα και flakes - εφ’ όσον προσαρμοστούν, γιατί τα περισσότερα είδη που κυκλοφορούν στο εμπόριο είναι πιασμένα άγρια (wild caught). Κοινά είδη στο χώρο των ελλήνων ακουαριστών είναι συνήθως τα S. nigriventris, S. decorus, S. schoutedeni, S. flavitaeniatus, S. brichardi, S. eupterus, S. notatus, S. brichardi, S. multipunctatus κ.α.

Για τα community ενυδρεία με κιχλίδες της λίμνης Tanganyika καλύτερα να χρησιμοποιούμε τα πιο μικρόσωμα είδη (S. petricola, S. multipunctaus, S. constractus και S. nigriventris), για τα community ενυδρεία με κιχλίδες της λίμνης Malawi καλύτερα να χρησιμοποιούμε – εάν είναι δυνατό να βρούμε – το είδος S. njassae.

Κάποια από τα είδη είναι επιθετικά απέναντι σε άτομα του ίδιου είδους (πχ S. notatus) γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε το είδος, το τελικό μέγεθος του ψαριού και το μέγεθος του ενυδρείου. Τα είδη των γενών Hemisynodontis, Mochociella και Cheiloglanis είναι εντελώς άγνωστα στην Ελλάδα.

Αρκετά διαδεδομένα στο hobby είναι διάφορα είδη της οικογένειας PANGASIIDAE. Μπορεί άνετα να τους απονεμηθεί ο τίτλος: ΑΠΟ ΤΑ ΠΛΕΟΝ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΑΛΑΙΠΩΡΗΜΕΝΑ ΨΑΡΙΑ ΣΕ ΕΝΥΔΡΕΙΑ. Ο λόγος είναι πως ενώ τα ψάρια αυτά μεγαλώνουν πολύ στο φυσικό περιβάλλον (πχ Pangasius hypophthalmus που φτάνει το ένα μέτρο), συνήθως είναι καταδικασμένα να ζουν σε πολύ μικρά ενυδρεία και να μην ξεπεράσουν βέβαια τα 20 cm, ούτε το απίστευτο stress που υποβάλλονται σε τόσο μικρούς και ακατάλληλους χώρους σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Στις χώρες από όπου κατάγονται «καλλιεργούνται» (captive breeding) για το κρέας τους.

Άλλα «Γατόψαρα» που κερδίζουν επάξια τον ίδιο τίτλο είναι είδη των οικογενειών PIMELODIDAE (πχ Phractocephalus hemiliopterus με τελικό μέγεθος αρκετά πάνω από ένα μέτρο), SILURIDAE όπως είδη του γένους Acipencer - οι γνωστοί μας Οξύρρυγχοι - που εκτός από την βαρβαρότητα που συνήθως υπόκεινται τα θηλυκά για να τους αφαιρέσουν τα αβγά με τα οποία γίνεται το χαβιάρι (τα ανοίγουν ζωντανά, αφαιρούν τα αβγά τους και έπειτα τα ξαναράβουν και τα πετάνε στο νερό) - κάποιοι «έξυπνοι» τα πωλούν σαν ψάρια ενυδρείου. Τέτοια δείγματα βέβαια είναι παράνομα, αφού έχουν ψαρευτεί άγρια, ή έχουν εξαχθεί χωρίς καμία άδεια από τις χώρες καταγωγής τους. Δυστυχώς στην Ελλάδα κυκλοφορούν – σπανιότατα ευτυχώς - άτομα του είδους Acipenser ruthenus, προερχόμενα από χώρες της Β.Α. Ευρώπης (πχ Πολωνία) - τα οποία συνήθως πεθαίνουν στα ενυδρεία μιας και οι θερμοκρασίες πάνω από τους 22°C και οι μικροί χώροι, κάνουν συνθήκες εντελώς ακατάλληλες γι’ αυτά τα ψάρια. Τα ψάρια του γένους Acipencer συγκεκριμένα (που κυκλοφορούν, ευτυχώς δειλά, στο χώρο από ασυνείδητους) είναι ζώα που ζουν περίπου εκατό χρόνια φτάνουν τα 3,3 m και μπορεί να ζυγίζουν πολλές δεκάδες κιλά. Το είδος Silurus aristoteles – πολύ πιθανό να αποτελεί ξεχωριστό και ενδημικό υποείδος της βόρειας Ελλάδας. Πολλά από αυτά είναι προστατευόμενα είδη. Κάποια από τα μεγαλόσωμα μέλη της οικογένειας CLARIIDAE παίρνουν το αίμα τους πίσω, καταβροχθίζοντας όλους τους συγκατοίκους τους, αλλά καταδικάζονται και αυτά να ζουν σε μικρούς χώρους, ενώ στο φυσικό τους περιβάλλον οι συγκάτοικοί τους είναι κροκόδειλοι και ιπποπόταμοι (για να καταλάβουμε σε πόσο μεγάλους χώρους ζουν). Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το συνηθισμένο είδος σε ενυδρεία Clarias batrachus που ξεπερνά το ένα μέτρο μήκους.  

Ενδιαφέροντα είδη είναι τα είδη της οικογένειας SCHILBEIDAE. Πολλά είναι ενδημικά της λίμνης Victoria της νοτιοανατολικής Αφρικής (πχ Pareutropius buffei, Schilbe intermedius) και είναι καλή επιλογή για community ενυδρεία με κιχλίδες της λίμνης, εφ’ όσον τα κρατάμε σε μικρές ομάδες αφού είναι κοπαδιαστά ψάρια. Τα μικρόσωμα Ασιατικά (πχ Κryptopterus bicirrhis) είδη είναι ενδιαφέρουσα πρόταση για community ενυδρεία με φιλήσυχα ψάρια.

Τα είδη της οικογένειας MALAPTERURIDAE δεν συνιστούνται για community ενυδρεία, λόγω του ρεύματος που παράγουν και λόγω των νυκτόβιων θηρευτικών δραστηριοτήτων τους. Τα είδη των οικογενειών ASPERINIDAE της νότιας Αμερικής και BAGRIDAE της Αφρικής (Auchenoglanis species) και της Ασίας, CHACIDAE, ICTALURIDAE και TRICHOMYCTERIDAE σπάνια εμφανίζονται σε ενυδρεία στην Ελλάδα. Εμφανίζονται συνήθως εντελώς τυχαία αφού συλλέγονται κατά λάθος μαζί με άλλα εμπορικά είδη. Πωλούνται δύσκολα και δεν παρουσιάζουν εμπορική αξία. Καλό είναι να ψάχνουμε καλά μέσα σε διάφορα ενυδρεία με γατόψαρα γιατί τυχαία μπορεί να βρούμε σπάνια ή πολύ ιδιαίτερα είδη.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ – ΓΕΝΗ – ΕΙΔΗ   ΓΑΤΟΨΑΡΩΝ
(Ιανουάριος 2002)
 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΓΕΝΗ

ΕΙΔΗ

 ASPREDINIDAE

10

32

BAGRIDAE

30

210

CALLICHTHYIDAE

7

130

CHACIDAE

1

2

CLARIIDAE

13

100

DORADIDAE

35

90

ICTALURIDAE

7

45

LORICARIIDAE

70

550

MALAPTERURIDAE

1

2

MOCKOKIDAE

10

150

PANGASIIDAE

2

21

PIMELODIDAE

56

300

SCHILBEIDE

18

45

SILURIDAE

12

100

TRICHOMYCTERIDAE

36

155

ΣΥΝΟΛΑ

314

1922

Πιν. 2

Τα «Γατόψαρα» είναι αφ’ ενός αναγκαίο να διατηρούνται σε community tanks, αλλά προσθέτουν με την ιδιαιτερότητά τους σε όλα τα ενυδρεία. Κάποια είδη καλύτερα να διατηρούνται σε species tanks ή να μην διατηρούνται καθόλου στην αιχμαλωσία εάν δεν είναι δυνατόν ή εύκολο να τους προσφέρουμε συνθήκες αρκετά κοντινές με εκείνες του φυσικού τους περιβάλλοντος (διατροφή, χημεία νερού) και κατάλληλο aquascaping. Τα περισσότερα είδη φέρουν νευροτοξικό δηλητήριο στα ραχιαία και/ή θωρακικά τους κόκαλα-αγκάθια (πχ Heteropneustes fossilis). Σε περίπτωση που κάποιος δεχτεί – από κακό handling – τρύπημα, καλό είναι να βάλει το μέρος του σώματός του που πληγώθηκε σε όσο πιο καυτό νερό μπορεί να αντέξει, για όση περισσότερη ώρα μπορεί, να παραμείνει ήρεμος και να επιδέσει ελαφρά πιο ψηλά ώστε να φρενάρει την εξάπλωση του δηλητηρίου και ίσως – εάν ο πόνος είναι ισχυρός - να πάρει και μία ασπιρίνη. Πριν πανικοβληθούμε βέβαια καλό είναι να δούμε εάν δημιουργείται πρήξιμο, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις τα αποτελέσματα μιας τέτοιας «στενής επαφής» δεν είναι ισχυρότερα από εκείνα της ανάλογης επαφής με μέλισσες ή σφήκες. Οι έχοντες αλλεργία σε δείγματα ζώων, βέβαια, καλό είναι να δουν γιατρό. Το πιο ελαφρύ δηλητήριο φαίνεται να το διαθέτουν τα Corydoras spp. ενώ το δυνατότερο το Auchenoglanis occidentalis (από προσωπικές εμπειρίες).

Βιβλιογραφία:

Aquarium Atlas – Hans Baensch, Τόμοι I,II,III

► Aqualog – CORYDORAS

► Aqualog – LORICARIIDAE, All L numbers 

► STERBA – Encyclopaedia of all fishes

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Αλφικός, -ική, -ικό (επιθ.) = αυτός που υπολείπεται σε μελανίνη και είναι εξ’ αιτίας αυτής της έλλειψης λευκός με κόκκινες ίριδες ματιών (albino form). Αντίθετα μελανιστικός (melanistic form)είναι αυτός που έχει περίσσια μελανίνης. Η ξανθική μορφή (xanthic form) είναι η ενδιάμεση μορφή και σίγουρα δεν είναι αλφική αφού τα άτομα με ξανθισμό δεν διαθέτουν κόκκινες ίριδες ή τόσο λευκό χρώμα.

Aquascape (aquascaping) = υδρόβιο περιβάλλον, διαμόρφωση περιβάλλοντος ενυδρείων.

Artemia salina = Αρτέμια ή Brine shrimp, μικροσκοπική γαρίδα που ζει σε πολύ αλκαλικά νερά. Η ευκολία της «καλλιέργειάς» της την κάνει αναντικατάστατη ζωντανή τροφή για νεογέννητα ψάρια.

Aufwuchs = το σύνολο των μικροσκοπικών φυτικών και ζωικών οργανισμών, βιομάζα.

Βενθικός, -ική , ικό (επίθ.) = το σχετιζόμενο με το βένθος (= βυθός, πυθμένας).

Bogwood, mopani = κομμάτια ξύλου από υδρόβια ή υδρόφιλα δέντρα, κατάλληλα επεξεργασμένο για χρήση σε ενυδρεία. Βουλιάζει εύκολα λόγω της πυκνής μάζας του και εμπλουτίζει το νερό με τανικά και χουμικά οξέα, χρωματίζοντάς το ελαφρά καφετί.

Breeding tank = ενυδρείο διαμορφωμένο κατάλληλα για αναπαραγωγή.

Bubble nest = φωλιές από φυσαλίδες αέρα που κατασκευάζουν στην επιφάνεια του νερού με την βοήθεια επιπλεόντων φυτών κάποια είδη ψαριών (πχ BELONDIDAE).

Catfishes = γατόψαρα.

Community tank = ενυδρείο που διατηρούμε συμβατά μεταξύ τους ψάρια ή συμβατές ομάδες ψαριών.

Γονάδες = οι χώροι με το γενετικό υλικό (σπέρμα, ωάρια).

Cycling = η διαδικασία κατά την οποία ωριμάζει το νερό και τα φίλτρα ενός ενυδρείου σε σχέση με την διαχείριση του Αζώτου.

Freeze dried = ξηρή κατάψυξη. Τεχνική μακρόχρονης διατήρησης τροφών.

Μεγάλη κατακρημνησιγενής κοιλάδα = κοιλάδα χαμηλότερα από το υπόλοιπο ανάγλυφο στην νοτιοανατολική Αφρική. Σ’ αυτήν υπάρχουν οι λίμνες Victoria, Tanganyika, Malawi (από Βορά προς Νότο).

Mouthbrooding = διαδικασία κατά την οποία τα γονιμοποιημένα ωάρια των ψαριών διατηρούνται μέσα στο στόμα των θηλυκών ή αρσενικών ή και των δύο φύλων ψαριών (αναλόγως των ειδών), ώσπου να μεταμορφωθούν και να καταναλώσουν το λεκιθικό σάκο τους. Ελευθερώνονται από τους γονείς τους όταν πλέον είναι ικανά να τραφούν και να προστατευτούν εντελώς μόνα τους.

Mosquito larvae (larva – larvae ουσιαστικό α’ κλίση, λατινικά = νύμφη) = νύμφες (μωρά) κουνουπιών.

Origin tank = ενυδρείο που διατηρούμε είδη ή ομάδες ψαριών από ίδιες περιοχές (πχ Ν.Α. Ασία) με περίπου τις ίδιες απαιτήσεις ως προς το φυσικό τους περιβάλλον (χημεία νερού, τοπίο).

Οστεϊχθύες = ψάρια που ο σκελετός τους αποτελείται από κόκαλα και όχι από χόνδρινες πλάκες ή χόνδρους όπως στους Χονδριχθύες.

Pellets = ξηρά ζωοτροφή σε μορφή κυλίνδρων σαν μακαρονάκι.

Pelvic fins = τα διπλά πτερύγια στην ουρογεννητική περιοχή των ψαριών.

Scavenger = πτωματοφάγος.

Species – speciei (ονομαστική – γενική, ουσιαστικό ε’ κλίση, λατινικά) = το είδος.

Species tank = ενυδρείο που διατηρούμε μόνο ένα συγκεκριμένο είδος ή είδη με ακριβώς ίδιες απαιτήσεις (διατροφή, συμπεριφορά).

Wild caught = άγριο άτομο που αιχμαλωτίστηκε από το φυσικό του περιβάλλον. Αντίθετα captive brood (= γεννημένος σε συνθήκες αιχμαλωσίας).

Η επιμέλεια του Ελληνικού MCH γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον Ανδρέα Ηλιόπουλο, στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ύπαρξη της ελληνικής έκδοσης.

Back ] Up ] Next ]

Site Search 

Contact us

       

Malawi Cichlid Homepage © 1999-2006. All rights reserved.