HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

Θέματα Διατροφής Ψαριών

Ένα άρθρο των Δρ. Γιώργου Ι. Ρεκλού, Αντρέα Ι. Ηλιόπουλου & Δρ.  Michael K. Oliver

Η διατροφή των ψαριών δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση όσο ακούγεται. Είναι ένα πολυπλοκότατο θέμα και απαιτείται γνώση για να αποφανθεί κανείς για το ποια είναι η καλύτερη τροφή για κάθε είδος ψαριού, τι ακριβώς ο οργανισμός ενός ψαριού μπορεί να μεταβολίσει ευκολότερα και για το ποια είναι η τροφή, που εάν χορηγηθεί στα ψάρια, λόγω της περιεκτικότητάς της σε απαραίτητα και μη στοιχεία, θα επιδράσει θετικά στην καλή τους υγεία. Για να έχετε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα θα πρέπει να γνωρίζεται βασικά δύο πράγματα: Με τι ακριβώς διατρέφονται τα είδη που διατηρείτε, όταν βρίσκονται στους φυσικούς τους βιότοπους και γιατί θα πρέπει να ακολουθούνται κάποιοι κανόνες και τεχνικές διατροφής, καθώς επίσης και γιατί επιβάλλεται η χρήση συγκεκριμένων τροφών.

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο βασικές ομάδες ψαριών που καθορίζονται από τις διατροφικές τους ανάγκες: Τα carnivores (σαρκοφάγα, θηρευτές) και τα herbivores (χορτοφάγα) είδη. Μπορούμε εδώ να αναφέρουμε και μια τρίτη ομάδα, τα omnivores (παμφάγα) είδη, που χρησιμοποιούν ευρύτερο φάσμα πηγών διατροφής. Ακόμη και έτσι όμως, υφίσταται τεράστια ποικιλότητα μεταξύ των υγροτόπων που αποτελούν τα φυσικά οικοσυστήματα των ειδών που κατοικούν σε αυτά, πώς διατρέφονται αυτά τα είδη, αλλά και πώς τα ίδια γίνονται τροφή για άλλα είδη. Αυτό, αυτομάτως κατατάσσει κάποια είδη, σε είδη με εξειδικευμένη διατροφή, λόγω ακριβώς των ιδιαιτέρων πηγών διατροφής τους, αλλά και των μεθόδων που χρησιμοποιούν για την προμήθεια αυτών των τροφών.

Οι θηρευτές, μπορεί να τρέφονται με ασπόνδυλα, σαλιγκάρια, έντομα, πλανκτόν και τέλος άλλα είδη ψαριών. Αυτά τα είδη τροφών, μπορούν να χαρακτηρίσουν κάποια είδη ως γενικά ασπονδυλοφάγα, molluscivores (=σαλιγγαροφάγα), insectivores (=εντομοφάγα), zooplanktivores (=ζωοπλανκτονοφάγα) και piscivores (=ιχθυοφάγα).

Κάποια είδη, κοσκινίζουν το υπόστρωμα για ανεύρεση ασπόνδυλων ζώων (πχ Geophaginae), άλλα κυνηγούν ασπόνδυλα (Pagellus bellotii), ή τα εντοπίζουν με τα ευαίσθητα όργανα ανίχνευσης δονήσεων που διαθέτουν (Aulonocara spp), ενώ κάποια άλλα είδη βόσκουν, ψάχνοντας ασπόνδυλα (Neolamprologus cylindricus).

Κάποια από τα molluscivores έχουν δυνατά σαγόνια και οδοντοστοιχίες, οπότε έχουν τη δυνατότητα να θρυμματίζουν τα κελύφη των σαλιγκαριών και να τρέφονται με το περιεχόμενό τους (Neolamprologus tretocephalus), ενώ κάποια άλλα έχουν στόματα έτσι κατασκευασμένα, ώστε να μπορούν να απομυζούν σαλιγκάρια μέσα από τα κελύφη τους (Botia macracantha ή clown loach)

Τα είδη των insectivores, έχουν και διαφορετικές προτιμήσεις από είδος σε είδος. Μερικά καταναλώνουν έντομα, όταν τα τελευταία ευρίσκονται στο στάδιο των αυγών ή των λαρβών, ενώ άλλα τρέφονται με ενήλικα έντομα. Πολλά από αυτά, προσλαμβάνουν σαν τροφή έντομα σε όλα τα στάδια της ζωής των εντόμων. Η κατασκευή του στόματος τέτοιων ειδών, είναι ιδιαίτερη, με το στόμα να έχει κατεύθυνση προς τα επάνω, οπότε μπορούν εύκολα να συλλαμβάνουν την τροφή τους στην επιφάνεια του νερού (Gambusia spp). Είναι συνηθισμένο για τα ψάρια, όταν αυτά βρίσκονται στο στάδιο του ιχθυδίου, να καταναλώνουν έντομα στο στάδιο των αβγών ή των λαρβών.

Μερικά από τα εξειδικευμένα εντομοφάγα, τρέφονται με ενήλικα έντομα που εντοπίζουν ψηλότερα και έξω από την επιφάνεια του νερού. Αυτά, συλλαμβάνουν τη λεία τους είτε πηδώντας έξω από το νερό (Osteoglossum bicirrhosum το γνωστό Ασημένιο Arowana), ή εκτοξεύοντας νερό επάνω στη λεία τους, με σκοπό να την αναγκάσουν να πέσει στο νερό (Toxotes jaculator). Τα ενήλικα O. bicirrhosum, πηδούν εκτός νερού για να συλλάβουν, εκτός από έντομα, ακόμη και πουλιά ή δενδρόβια θηλαστικά.

Το πλανκτόν βρίσκεται είτε σε ελεύθερα κολυμπούσα μορφή, ή επάνω σε διαφόρων ειδών υποστρώματα, οπότε τα είδη των planktivores είτε τσιμπολογούν (Cyprichromis spp.) για πλανκτόν (Cyprichromis spp.), είτε το απομυζούν από το υπόστρωμα (Gnathochromis permaxillaris), είτε το φιλτράρουν μέσα από τα ειδικής κατασκευής φαρυγγικά τους δόντια (Cyprinodontidae)  ή τα νηματοειδή βραγχιακά τους κόκαλα (πχ Benthochromis tricoti).

Τα είδη των piscivores χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους, κάποτε μάλιστα και πολύ περίεργους, σε σχέση με τις επί μέρους διατροφικές τους συνήθειες και αναλόγως της λείας. Αυτές οι διαφορές, βασίζονται στο μέγεθος κάθε είδους, στο περιβάλλον και στην κατασκευή του σώματός τους.

Μπορούμε λοιπόν να τα κατατάξουμε σε κυνηγούς, σε διώκτες, σε απομυζητές, σε ευκαιριακά ιχθυοφάγα, σε ωοβόρα και σε τρεφόμενα με λέπια άλλων ψαριών. Ο τρόπος σύλληψης της τροφής τους, εξαρτάται από την κατασκευή των σιαγόνων και των οδοντοστοιχιών τους.

Οι κυνηγοί, είτε στήνουν ενέδρες (Nimbochromis livingstonii), ή καταδιώκουν τη λεία τους (Dimidiochromis compressiceps).

Οι διώκτες είναι συνήθως βενθικά είδη, που ενδέχεται ακόμη και να θάβονται στο υπόστρωμα του πυθμένα ελλοχεύοντας για τη λεία τους. Μερικά από αυτά τα είδη έχουν τρομερές μεθόδους συγκάλυψης (camouflage), όπως για παράδειγμα οι «γλώσσες» της οικογένειας SCOPHTHALMIDAE, ή μπορεί να διαθέτουν σκουληκόμορφες αποφύσεις στα κεφάλια, κοντά ή μέσα στα στόματά τους, οπότε και προσελκύουν τη λεία τους (πχ Λύχνοι και Πεσκανδρίτσες ή Σκλεπούδες). Κάποια άλλα, ζουν συνήθως κάτω από το σημείο της στήλης του νερού που ζει η φυσική τους λεία, οπότε και την καταδιώκουν από κάτω προς τα επάνω.

Ο καρχαρίας «γκρίζα τροφός» (Ginglymostoma cirratum) για παράδειγμα, ρουφάει κυριολεκτικά τα θηράματά του μέσα από τα καταφύγιά τους (τρύπες των υφάλων), σε αντίθεση με άλλα είδη της ίδιας οικογένειας που κυνηγούν και συλλαμβάνουν τη λεία τους.

Στα ευκαιριακά ιχθυοφάγα ψάρια, μπορούν να καταταγούν όλα εκείνα τα είδη που δύνανται να συλλάβουν και να καταναλώσουν άλλα είδη, ειδικότερα όταν η λεία τους είναι νεαρότερα, μικρότερα σε μέγεθος, πιο αδύναμα ή ασθενούντα άτομα. Αυτά τα είδη μπορεί να τα παρατηρήσει κανείς να θηρεύουν άλλα είδη, ειδικότερα κατά τα διαστήματα εποχιακών διακυμάνσεων των φυσικοχημικών παραμέτρων του φυσικού περιβάλλοντος (πχ φωτοπερίοδος) ή τις αναπαραγωγικές εποχές (Cyphotilapia frontosa).

Τα ωοβόρα είδη δεν παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες σε ότι αφορά στις τεχνικές διατροφής τους και τα περισσότερα από αυτά, τρέφονται με αβγά άλλων ειδών μόνο περιστασιακά, αν και κάποια ψάχνουν μανιωδώς για φωλιές και αφύλακτα αβγά άλλων ειδών για να καταναλώσουν (Telmatocromis spp.).

Τα τρεφόμενα με λέπια άλλων ψαριών (πχ Plecodus straeleni, είδος κιχλίδων της λίμνης Tanganyika), έχουν την κατάλληλη κατασκευή οδοντοστοιχιών και τέτοια σωματική διάπλαση, που τους επιτρέπει να εφορμούν και να αφαιρούν λέπια άλλων ψαριών. Σπανίως τέτοια είδη διατηρούνται σε ενυδρεία σπιτιών, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Η αλήθεια πάντως γι’ αυτά τα είδη είναι πως σπανίως προκαλούν σημαντικές ζημιές στα άτομα στα οποία επιτέθηκαν στο φυσικό περιβάλλον τους.

Τα φυτοφάγα είδη συνήθως τρέφονται από την υδρόβια βλάστηση, φυτοπλανκτόν, μικρο- και μακρο-  άλγες, καθώς επίσης και με τα κατάλοιπα τριβής και αποσάθρωσης (detritus).

Υπάρχουν ανάμεσά τους είδη phytoplanktivores (φυτοπλανκτονοφάγα) που τσιμπολογούν, απομυζούν, ή φιλτράρουν πλανκτόν.

Τα αλγοφάγα ξύνουν, χτενίζουν, δαγκώνουν με μικρές μπουκιές ή φτυαρίζουν άλγες από επιφάνειες επάνω στις οποίες αυτές φυτρώνουν, ενώ άλλα τρέφονται φτυαρίζοντας μεθοδικά τα κατάλοιπα τριβής και αποσύνθεσης για «πρασινάδα». Οι διατροφικές τεχνικές που ανέφερα είναι πολύ κοινές ανάμεσα στα διάφορα φυτοφάγα είδη της λίμνης Tanganyika (πχ Tropheini, Eretmodini κλπ). Λίγα είδη θα καταναλώσουν την τριχόμορφη άλγη (Epalzeorhynchos siamensis, E. kalopterus), και θα φανούν πολύ χρήσιμα σε ενυδρεία με παρουσία τέτοιας άλγης, λόγω ακριβώς αυτής της γαστριμαργικής τους προτίμησης.

Μία άλλη πηγή τροφής στο φυσικό περιβάλλον είναι και τα παράσιτα. Πρόκειται για μικροσκοπικά, συνήθως, ζώα που χρησιμοποιούν ψάρια ως ξενιστές τους. Τα εξωτερικά παράσιτα, αναπτύσσονται στην εξωτερική επιφάνεια του σώματος, κάτω από τα βραγχιακά επικαλύμματα, ή μέσα στο στόμα. Μεγάλοι πληθυσμοί παρασίτων επάνω σε έναν ξενιστή οργανισμό, προκαλούν σοβαρά προβλήματα σ’ αυτόν. Κάποια είδη ψαριών, τόσο του γλυκού όσο και του θαλασσινού νερού (είδη της οικογένειας MOCHOCIDAE και LABRIDAE, αντίστοιχα), είναι «διάσημα» ως καθαριστές παρασίτων άλλων ψαριών. Κάποια από τα θαλασσινά Wrasses  (Χειλούδες) της οικογένειας LABRIDAE, χάνουν αυτή τους την ιδιότητα όταν ενηλικιωθούν, εκτός από τα είδη Labroides dimidiatus, L. bicolor και L. pectoralis, που ζουν στον Ινδικό Ωκεανό, καθώς και το είδος Symphodus melanocercus της Μεσογείου. Η ίδια συμπεριφορά παρατηρείται ακόμη ανάμεσα σε διάφορα είδη γαρίδων (πχ Urocaridella antonbruunii). Αυτά τα είδη, «στήνουν» στην ουσία πραγματικούς σταθμούς καθαρισμού και έχουν σταθερούς και μόνιμους επισκέπτες, οι οποίοι περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους και ανοίγουν διάπλατα τα βραγχιακά τους επικαλύμματα, τα πτερύγια ή τα στόματά τους. Αυτά τα είδη παρασιτοφάγων ψαριών είναι χρησιμότατα στα ενυδρεία, αφού ελέγχουν τους πληθυσμούς των εξωτερικών παρασίτων των άλλων ψαριών.

Τα είδη των Omnivores (= παμφάγα), είναι είτε ευκαιριακά διατρεφόμενα με κάποια τροφή σε αφθονία, ή πτωματοφάγα (πχ τα μέλη της οικογένειας ANGUILLIDAE) και τρέφονται με οτιδήποτε διαθέσιμο, από πτώματα, έως φρούτα χερσαίων δέντρων. Η διατροφή τους εξαρτάται πάντα από την εποχιακή διαθεσιμότητά της (Acanthophthalmus kuhli). Κάποια είδη, φαίνεται να τρέφονται με κόπρανα (Scatophagus argus). Ακόμη και υδρόβια πτηνά, ερπετά (συνήθως νεροχελώνες ή θαλάσσιες χελώνες) έχουν βρεθεί στα στομάχια παμφάγων ψαριών και στα μεγαλύτερα είδη έχουν βρεθεί ακόμη και κομμάτια από βάρκες ή βαρέλια πετρελαίου. Αυτά τα είδη μπορεί να μην είναι απλά παμφάγα, αλλά το τεράστιο μέγεθος του στόματός τους τα βοηθάει να καταπιούν σχεδόν οτιδήποτε. Αυτό κάνει άλλωστε ψάρια που μεγαλώνουν πολύ, δύσκολους κατοίκους ενυδρείων.

Ακολουθώντας τέτοιες οδηγίες, μπορούμε να καταλάβουμε πώς πρέπει να ταΐζονται τα ψάρια μας στην αιχμαλωσία, ώστε να αισθάνονται σαν να βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον. Η διατροφή, καθορίζει ακόμη και το είδος του απαραίτητου εξοπλισμού και του κατάλληλου μικροπεριβάλλοντος, που είναι απαραίτητα για τη διατήρησή τους στην αιχμαλωσία. Είναι λογικό πως γνωρίζοντας το είδος τροφής των ειδών που διατηρούμε, μπορούμε να καταλάβουμε τι τύπος και τι όγκος φίλτρανσης είναι ο κατάλληλος για αυτά. Είναι φανερό, πως η συμπεριφορά και η υγεία του εκάστοτε είδους, άπτεται σοβαρά της διατροφής του. Όσο όμως υπάρχουν διαφορετικές πρωτεΐνες και αμινοξέα στα διαφορετικά είδη τροφών, είναι προφανές πως η λάθος χρήση τους αργά ή γρήγορα θα προκαλέσει προβλήματα. Ακόμη κι αν τα συμπτώματα από λάθος διατροφή δεν είναι εμφανή (πράγμα μάλλον απίθανο), σίγουρα διαφαίνονται διαφορές στη συμπεριφορά και όλοι μας ανεξαιρέτως έχουμε αντιμετωπίσει ανεξήγητες απώλειες και περίεργες συμπεριφορές στα ενυδρεία μας.

Όταν διατηρούμε κάποια συγκεκριμένα είδη στην αιχμαλωσία, επιθυμούμε αυτά να δείχνουν όπως ακριβώς θα έδειχναν στο φυσικό τους περιβάλλον. Δεν χρειάζεται άλλωστε να αναφερθούμε στις διάφορες ασθένειες που σχετίζονται με τη διατροφή και το μεταβολισμό, όταν επιχειρούμε να ταΐσουμε χορτοφάγα είδη με τροφές που περιέχουν λίπη από θηλαστικά, ή ακόμη και μη φυτικές πρωτεΐνες. Οι ασθένειες “Malawi bloat” και “Tropheus disease”, είναι δύο από τα γνωστότερα προβλήματα. Το ακατάλληλο είδος διατροφής άλλωστε, ενοχοποιείται και για την εμφάνιση της ασθένειας ”Dropsy”.

Φωτογραφία

 

Είδη Κιχλίδων

Ομάδα

 

Τροφή

 

Προσαρμογές

 

Παραπομπές

 


Φωτο: A. Konings

Maylandia crabro

m’buna

 

Ψείρες των ψαριών και άλλες τροφές

 

Συμπεριφορά: Ικανότατος καθαριστής των παρασιτικών οστρακοδέρμων Argulus, από μεγάλα «γατόψαρα» της οικογένειας BAGRIDAE. Επίσης καταναλώνει και άλλες ποικίλες τροφές, συμπεριλαμβανομένων και των αβγών των ίδιων των Μπαγκριδών. Χρωματισμός:Τα ευδιάκριτα χρώματα της «μέλισσας» μπορεί να διαφημίζουν την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού.

 

Ribbink & Lewis (1982)

Genyochromis mento

m’buna

Πτερύγια και λέπια άλλων Κιχλίδων

Συμπεριφορά: Ενεδρεύει κοντά σε m’buna και αποσπάει δαγκώνοντας κομμάτια των ουραίων ή των πτερυγίων της λεκάνης. Κάποιες φορές αποξέει και πλευρικά λέπια ή λέπια από τον ουραίο μίσχο.
Χρωματισμός: Πολυμορφικός. Μέσω του χρωματισμού του προσπαθεί να περνά απαρατήρητο, ή προσπαθεί να μιμηθεί γειτονικά είδη που αποτελούν στόχο του.
Ανατομία: Ευρεία και δυνατή κάτω γνάθος με ισχυρού και κοφτερούς προγομφίους.

Ribbink et al. (1983)

Nimbochromis livingstonii

Haps

 

Ενεδρεύων θηρευτής μικρότερων ψαριών

Συμπεριφορά: Προσποιείται το νεκρό, ξαπλώνοντας ακίνητο στο πλευρό του.
Χρωματισμός: Μιμείται τα χρώματα των αποσυντιθέμενων ψαριών, δελεάζοντας μικρά ψάρια εντός ακτίνας δράσης του.

 

 

Fryer & Iles (1972)
McKaye (1981)

Από τον πίνακα για τη «διατροφική προσαρμογή» που ετοίμασε ο δόκτωρ Michael K. Oliver. Ολόκληρο τον πίνακα μπορείτε να δείτε στο http://www.malawicichlids.com/mw01100.htm 

 Ας δούμε λίγο κάποια βασικά θέματα βιοχημείας μιας και είναι απαραίτητα, εάν θέλουμε να καταλάβουμε το γιατί η σωστή διατροφή είναι τόσο σπουδαία υπόθεση. Θα κάνουμε βέβαια μία απλουστευμένη προσέγγιση, αφού αυτό που επιδιώκουμε εδώ είναι να μοιραστούμε κάποιες γνώσεις και όχι να γίνουμε όλοι κάτοχοι διδακτορικού. Όλοι μάλλον γνωρίζουμε πως το DNA είναι ένα γενετικό υλικό που απαντάται σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς (εξαιρούνται κάποιοι ιοί). Επίσης ξέρουμε πως το DNA εντοπίζεται στον πυρήνα κάθε κυττάρου και είναι υπεύθυνο που εμείς γίναμε άνθρωποι και τα είδη του γένους Aulonocara είναι διαφορετικά από εκείνα του γένους Nimbochromis. Καταλαβαίνουμε πως οι διαφορές των προαναφερθέντων ειδών είναι πάρα πολλές και θεμελιακές. Διαφέρουν στις διατροφικές συνήθειες, στην αναπαραγωγική διαδικασία αλλά ακόμη και στον τρόπο που κολυμπούν. Διαφέρουν σαν μεγέθη, σαν ιδιοσυγκρασίες, διαφέρουν από χρωματικής άποψης και διαφέρουν και στην κατασκευή του σώματός τους. Αν και οι συνθήκες του περιβάλλοντος μπορεί να διαδραματίσουν ρόλο σε σχέση με τη μορφή ενός οργανισμού (ένα ψάρι, για παράδειγμα, που διαβιεί σε περιβάλλον φτωχό σε θρεπτικά συστατικά ποτέ δεν θα φτάσει το μέγεθος για το οποίο έχει γενετικά «προγραμματιστεί»), το DNA είναι ο βασικότερος καθοριστικός παράγοντας από όλους του άλλους παράγοντες. Αυτό, λίγο ως πολύ, είναι γνωστό σχεδόν σε όλους. Αυτό που οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζουμε είναι πως το DNA κάνει μόνο μία δουλειά: κρατάει τους κωδικούς για την παραγωγή των πρωτεϊνών.

Έτσι, ένα ψάρι μπορεί να φαίνεται όπως φαίνεται, μόνο και μόνο επειδή ο οργανισμός του παράγει κάποιο συγκεκριμένο συνδυασμό πρωτεϊνών, που κωδικοποιούν το DNA του. Καλά μέχρις εδώ. Λοιπόν ׂ πρωτεΐνες σχηματίζονται από μικρά μόρια που συμπλέκονται μεταξύ τους, τα αμινοξέα. Εάν θελήσουμε να απεικονίσουμε μία πρωτεΐνη σαν έναν τοίχο , τα αμινοξέα, χοντρικά, είναι τα τούβλα που τον αποτελούν. Κάθε πρωτεΐνη είναι μία αλυσίδα από συγκεκριμένα αμινοξέα σε μία αυστηρά επαναλαμβανόμενη συχνότητα. Ένα μόριο DNA είναι επίσης μία αλυσίδα από συγκεκριμένες βάσεις, πάλι με αυστηρά επαναλαμβανόμενη συχνότητα. Εφ’ όσον οι πρωτεΐνες προέρχονται από το DNA, θα υπάρχει και ένας κώδικας εγγραφής τους και πράγματι υπάρχει. Σε κάθε τρεις βάσεις στην αλυσίδα του DNA κωδικοποιείται και ένα συγκεκριμένο αμινοξύ. Όταν το DNA «διαβαστεί», το κύτταρο προσθέτει ένα αμινοξύ. Το προϊόν που θα παραχθεί λέγεται ολιγοπεπτίδιο (μικρός αριθμός από αμινοξέα). Εάν ένα λάθος αμινοξύ έλθει να προστεθεί στην αλυσίδα των πρωτεϊνών, τότε η παραχθείσα πρωτεΐνη μπορεί είτε να μη δουλεύει ή ακόμη και να καταστρέψει τον οργανισμό. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο γενετικό πρόβλημα (βαθμός μετάλλαξης, που σημαίνει πως κάποια λάθος βάση ήταν παρούσα στο DNA) ή πρόβλημα της εγγραφής του DNA. Ότι πάντως και να συμβαίνει, η διατροφή δεν σχετίζεται με αυτό.

Παρ’ όλα ταύτα, εάν κάποιο αμινοξύ δεν βρίσκεται στο κύτταρο (λόγω κακής διατροφής), δεν θα παραχθούν πεπτίδια ή πρωτεΐνες στο κύτταρο. Το αντίκτυπο που αυτό μπορεί να έχει στα ψάρια μας είναι εμφανές. Βλέπετε πως, μεταξύ άλλων, τα ένζυμα και κάποιες ορμόνες κατασκευάζονται επίσης από τα αμινοξέα. Τα ένζυμα είναι απολύτως απαραίτητα σε σχεδόν κάθε χημική αντίδραση που συμβαίνει μέσα στον οργανισμό των ψαριών (που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να συμβεί σε θερμοκρασία 26° C, σε λογικό χρονικό διάστημα), ενώ οι ορμόνες ελέγχουν μερικές πολύ σημαντικές φάσεις, όπως το μέγεθος και την αύξηση, τη σεξουαλική δραστηριότητα, την ενηλικίωση κλπ. Τα ένζυμα είναι επίσης απαραίτητα ώστε κατά την πέψη να καθιστούν ωφέλιμοι οι υδατάνθρακες και χρήσιμα τα λιπίδια (όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της τροφής εκτός των πρωτεϊνών). Εν ολίγοις, χωρίς τα ένζυμα και τις ορμόνες κάθε χημική αντίδραση μέσα στον οργανισμό των ψαριών θα σταματούσε.

Οπότε τα αμινοξέα είναι τα οικοδομικά υλικά με τα οποία κάθε ζωντανός οργανισμός έχει κτιστεί. Τα αμινοξέα επιδέχονται περαιτέρω κατηγοριοποιήσεως σε απαραίτητα και μη απαραίτητα. Τα απαραίτητα είναι εκείνα που κάποιος οργανισμός (τα ψάρια μας εν τοιαύτη περιπτώσει) δεν μπορεί να παράγει από μόνος του, αλλά βασίζεται γι’ αυτά αποκλειστικά στην τροφή του. Τα μη απαραίτητα είναι αυτά που μπορούν να παραχθούν από αυτά καθαυτά τα ψάρια. Τα απαραίτητα αμινοξέα λοιπόν, θα πρέπει πάντα να υφίστανται ώστε να μπορεί να επιβιώνει ο οργανισμός. Όταν τα ψάρια μας προσλαμβάνουν τροφή, παράγουν πρωτεΐνες (αναβολισμός) με τη βοήθεια των πρωτεϊνών που περιέχονται στην τροφή και οι οποίες διασπώμενες (καταβολισμός) μετατρέπονται σε αμινοξέα. Σχηματικά αυτό εκφράζεται όπως εάν τα ψάρια γκρέμιζαν τον τοίχο, επέλεγαν τα χρήσιμα για τον οργανισμό τους τούβλα και πετούσαν στη συνέχεια τα υπόλοιπα (σαν απόβλητα). Εφ’ όσον κάθε πρωτεΐνη περιέχει διαφορετικά αμινοξέα, εάν τα ψάρια δεν προσλάβουν τις σωστές πρωτεΐνες, δεν θα πάρουν και τα απαραίτητα αμινοξέα που τους χρειάζονται (αν θυμάστε, είπαμε πως δεν μπορούν αυτά να τα συνθέσουν από μόνα τους). Μέσα στα εκατομμύρια χρόνια της εξέλιξης, τα είδη των ψαριών προσαρμόστηκαν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, τα οποία μπορούν να τα τροφοδοτούν με τις πρωτεΐνες που οι οργανισμοί τους έχουν ανάγκη.

Το ότι τα ταΐζουμε εμείς, για παράδειγμα, με πελλέτες spirulina στα ενυδρεία μας, δεν σημαίνει πως αυτά θα πάρουν και τις πρωτεΐνες που χρειάζονται. Απλά τρώνε γιατί πεινάνε, αλλά κάποια από τα αμινοξέα δεν θα βρίσκονται μέσα στην τροφή τους. Η πεπτική τους οδός, αλλά και γενικότερα όλο το σώμα τους, είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να απορροφούνται και να χρησιμοποιούνται αυτού του είδους οι πρωτεΐνες και όχι όλες γενικά οι πρωτεΐνες. Όσο περνάει ο χρόνος, τα ψάρια εξελίσσουν ένα είδος «έλλειψης» σε ένα ή και περισσότερα απαραίτητα αμινοξέα και – αργά ή γρήγορα – πεθαίνουν. Δυστυχώς, δεν υφίστανται «εναλλακτικά βιοχημικά μονοπάτια», αφού αυτό θα ήταν μία τεράστια απώλεια ενέργειας και η φύση σιχαίνεται την έλλειψη οικονομίας. Τα είδη των herbivores (φυτοφάγα), έχουν μεγαλύτερο σε μήκος έντερο, με εξειδικευμένη βλεννογόνο και μία ομάδα ενζύμων που τα βοηθούν να επωφελούνται από τις φυτικές ύλες. Εάν αρχίζουμε να τα ταΐζουμε με καρδιά μοσχαριού, γρήγορα θα τα σκοτώσουμε. Εάν πάλι επιμένουμε να ταΐζουμε τα herbivores ή τα insectivores με τροφές με υψηλές περιεκτικότητες σε λίπη (ειδικότερα λίπος θηλαστικών ζώων), πάλι θα τους προξενήσουμε σοβαρά προβλήματα. Το πεπτικό τους σύστημα – που δεν είναι σχεδιασμένο κατά τέτοιο τρόπο – δεν θα λειτουργεί ομαλά, με την παρουσία όλου αυτού του λίπους. Κάθε οργανισμός δεν μπορεί απλά να προσαρμοστεί σε ένα μήνα ή σε ένα χρόνο στην τροφή που εμείς ταΐζουμε, αφού χρειάζονται χιλιάδες και ίσως και εκατομμύρια ετών για τέτοιου είδους προσαρμογές. Παρακαλούμε να θυμάστε πάντοτε, ότι πολλά είδη έχουν εξαφανιστεί γιατί απλά αφανίστηκε κάποια συγκεκριμένη πηγή διατροφής τους από το περιβάλλον τους. Σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις μάλιστα αρκούσε ένα και μόνο στοιχείο να εξαντληθεί από το γύρω περιβάλλον για να αφανίσει και τα ίδια.

Τα αμινοξέα και τα πεπτίδια χρησιμοποιήθηκαν σε αυτήν την ανάλυση μόνο και μόνο επειδή οι πρωτεΐνες, οι ορμόνες και τα ένζυμα είναι οι χημικοί όροι που είναι γνωστοί ανάμεσα στους περισσότερους ακουαρίστες. Υπάρχουν όμως και τρεις άλλες σημαντικές ομάδες ουσιών που περιέχονται στις τροφές: πρωτεΐνες, λίπη (λιπαρά οξέα κορεσμένα – PUFA – η ακόρεστα – HUFA) και υδατάνθρακες (πχ σάκχαρα). Οι πρωτεΐνες χρησιμοποιούνται για τη «δόμηση» ή την «ανοικοδόμηση», οι υδατάνθρακες είναι χρήσιμοι σαν η βασική πηγή ενέργειας και τα λιπαρά οξέα έχουν πάμπολλες χρησιμότητες (η αποθήκευση ενέργειας είναι μία από αυτές).

Τα ίδια πράγματα που εφαρμόζονται για τις πρωτεΐνες, εφαρμόζονται τόσο για τα λιπαρά οξέα, όσο και για τους υδατάνθρακες. Τα ψάρια (όπως και κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός άλλωστε), μπορούν να χρησιμοποιήσουν συγκεκριμένα λιπαρά οξέα και υδατάνθρακες (σωστά μαντεύετε, υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια οξέα και υδατάνθρακες). Επιπροσθέτως, οι καθημερινές τους ανάγκες τα ωθούν στην πρόσληψη ενός συγκεκριμένου συνδυασμού σωστών στοιχείων, οπότε δεν μπορεί κανείς να διατρέφει τα ψάρια του στην αιχμαλωσία με μία δίαιτα βασισμένη αποκλειστικά σε υδατάνθρακες, αφού αργά ή γρήγορα θα εμφανιστούν τα συμπτώματα σοβαρού υποσιτισμού. Το ίδιο θα συμβεί εάν ταΐζετε με υδατάνθρακες που δεν μπορούν τα ψάρια σας να μεταβολίσουν ικανοποιητικά (ή και καθόλου).

Τι θα πρέπει να γίνει λοιπόν; Υπάρχουν κάποιοι γενικοί κανόνες που θα μπορούσε κανείς, εάν τους ακολουθήσει, να εξασφαλίσει καλοταϊσμένα ψάρια με ελαχιστοποιημένα προβλήματα.

Προσπαθήστε να μην ταΐζετε υπερβολικά τα ψάρια, διότι και στο φυσικό τους περιβάλλον δεν είναι πάντα εντελώς χορτασμένα. Δεν είναι δα και τόσο εύκολη υπόθεση να τρέφεσαι κανονικά, εάν ζεις σε ένα εχθρικό περιβάλλον, προσπαθώντας να μεγαλώσεις, να μην καταβροχθισθείς και κάποτε, στο μέλλον, να συμβάλεις και στην αύξηση του πληθυσμού του είδους σου. Επίσης οι φυσικοί υγρότοποι είναι επί το πλείστον ολιγοτροφικοί, πράγμα που σημαίνει πως δεν υπάρχει και τόση πολύ διαθέσιμη τροφή, όπως εμείς νομίζουμε, οπότε τα διάφορα θρεπτικά είτε βρίσκονται σε μικρές συγκεντρώσεις ή ακόμη να είναι και εντελώς απόντα. Αυτό, αναγκάζει τα ψάρια να επωφελούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από κάθε διαθέσιμη πηγή διατροφής τους και ίσως να τα οδηγεί και σε περαιτέρω προσαρμογή. Βέβαια, είναι πολύ γνωστό πως εφαρμόζεται η λεγόμενη «Αρχή της Ανταγωνιστικής Απόκλισης» σε κάθε, γνωστό στον άνθρωπο, βιότοπο, συμπεριλαμβανομένων και των λιμνών της Κατακρημνισιγενούς Κοιλάδας (Κοιλάδα του Μεγάλου Ρήγματος της νοτιοανατολικής Αφρικής). Σύμφωνα με αυτήν την αρχή, δύο (ή και περισσότερα) είδη δεν μπορεί να τρέφονται με το ίδιο είδος τροφής, με την ίδια τεχνική πρόσληψης αυτής της τροφής, στον ίδιο χώρο και κατά την ίδια χρονική στιγμή. Εάν αυτό συμβεί, μόνο το ένα είδος – το ισχυρότερο – θα επιζούσε, εις βάρος πάντα του ή των λιγότερο ισχυρών (ο νόμος της επιβίωσης του ισχυροτέρου). Γι’ αυτό διαφαίνεται πως δύο (ή και περισσότερα) είδη που τρέφονται με την ίδια πηγή τροφής, θα πρέπει, στην πραγματικότητα, να διατρέφεται μόνο με ένα πολύ συγκεκριμένο υποσύνολο από το όλον της διαθέσιμης αυτής τροφής.

Έτσι, έχει καταδειχθεί πως παρ’ ότι πολλά είδη m’buna μπορεί να διατρέφονται με άλγες αναπτυσσόμενες επάνω στον ίδιο βράχο, στην ίδια περιοχή, η επί μέρους εξειδικευμένη διατροφική τους προσαρμογή τους επιτρέπει τη βρώση διαφορετικών μερών αυτών των αλγών (στρώμα της κορυφής, άλγες που απαντώνται σε ρωγμές κλπ). Ακόμη κάθε είδος ψαριού γνωρίζει ποιο είδος ακριβώς το ανταγωνίζεται ευθέως για το ίδιο υποσύνολο τροφής και κατευθύνει έτσι όλη του την επιθετικότητα μόνο εναντίον αυτού. Φυσικά ο πρώτος υποψήφιος που θα δεχθεί τα «πυρά» του θα είναι τα ψάρια του ίδιου είδους που, εν μέρει, δικαιολογεί και επιθετικότητα, εντός του ίδιου είδους, που παρουσιάζουν τα περισσότερα m’buna, ακόμη και ενάντια στα θηλυκά άτομα του είδους τους.

Αυτό άλλωστε πρόσφατα παρουσιάστηκε από μία μελέτη που έδειξε πώς δεκατέσσερα διαφορετικά είδη κιχλίδων της λίμνης Tanganyika τρέφονται με τα δεκατρία διαφορετικά είδη γαρίδων που ζουν στη λίμνη. Μεταξύ άλλων, φάνηκε πως ακόμη και μέσα στους πληθυσμούς του ίδιου είδους γαρίδας, οι πλέον μεγαλόσωμες κιχλίδες τρέφονται με τις μεγαλύτερες γαρίδες, ενώ τα πιο μικρόσωμα ψάρια είναι ικανά να προσλαμβάνουν τις μικρότερες σε μέγεθος γαρίδες, οι οποίες, σημειωτέον, αποφεύγουν με μεγάλη ευκολία και επιδεξιότητα τα μεγαλόσωμα ψάρια.

Είναι σαφές εξ’ άλλου, πως στο φυσικό περιβάλλον, η τροφή δεν βρίσκεται παντού και δεν υπάρχει συνεχώς. Τα ψάρια έχουν αναπτύξει ειδικές ικανότητες για να επωφελούνται από τις διαθέσιμες πηγές. Αυτό σημαίνει πως δεν προσλαμβάνουν τροφή «δύο με τρεις» φορές καθημερινά και οι κοιλιές τους δεν είναι πάντα γεμάτες. Έχετε στο νου σας πως τα ψάρια που διατηρούμε στα ενυδρεία μας, έχουν σχεδιαστεί για να ταιριάζουν με αυτού του είδους το περιβάλλον. Το να τα ταΐζουμε με φειδώ, ή κάθε δεύτερη ημέρα, μπορεί να φαίνεται σκληρό, αλλά αποτελεί την καλύτερη προσέγγιση. Εάν ελέγξουμε τα νερά των φυσικών υγροτόπων των ψαριών μας, δεν πρόκειται να ανιχνεύσουμε ούτε συγκεντρώσεις νιτρικών αλάτων, ούτε φωσφορικά άλατα που βρίσκουμε στα ενυδρεία μας. Είναι σημαντικότερο να φροντίζουμε ώστε να είναι το περιβάλλον νερό τους καθαρό και διαυγές, από το να ψάχνουμε εάν η ποσότητα της τροφής που ταΐζουμε είναι ερκετή, εφ’ όσον βεβαίως τους εξασφαλίζουμε διατροφή με τροφές που έχουν περάσει με επιτυχία τους απαιτητικότερους ποιοτικούς ελέγχους.

Μόνο τα ιχθύδια και τα ημιενήλικα ψάρια θα πρέπει να ταΐζονται περισσότερο από μία φορά ημερησίως. Τα ενήλικα, θα πρέπει να προσλαμβάνουν περισσότερη τροφή μόνο κατά την αναπαραγωγική τους περίοδο, αλλά θα πρέπει οι τροφές που προσλαμβάνουν να περιέχουν όσο το δυνατόν λιγότερα λίπη, μιας και δεν θα θέλαμε να αποκτήσουν προβλήματα εγκυμοσύνης τα θηλυκά άτομα από συγκεντρώσεις λίπους γύρω τον ουρογεννητικό τους πόρο.

Προσπαθήστε να ταΐζεται τα ψάρια σας με τις κατάλληλες γι’ αυτά τροφές και όχι με οτιδήποτε πουλάνε τα καταστήματα πώλησης οικόσιτων ζώων. Τα herbivores για παράδειγμα χρειάζονται εξειδικευμένες τροφές, όπως άλλωστε και κάθε ψάρι που κατατάσσεται στις διαφορετικές διατροφικές κατηγορίες που παραθέσαμε στην αρχή αυτού του άρθρου. Οι τροφές του εμπορίου είναι συμβιβαστικές λύσεις και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά και μαζί με τις εξειδικευμένες τροφές.

Εάν κάναμε μία πιο εμπεριστατωμένη έρευνα ιχθυολογίας, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα πως υπάρχουν πάμπολλα styles ζωής, διάφορες τροφές και συμπεριφορές κάτω από το νερό. Η διατροφή των ψαριών δεν είναι απλά ψώνια από τα pet shops της γειτονιάς μας. Ελπίζουμε πως τα δεδομένα που καταθέτουμε με αυτό το άρθρο να ξεκαθαρίσει αυτό το θέμα σε κάθε ακουαρίστα.

Βιβλιογραφία:
Ronald Coleman. Food for Thought,
στο "Cichlids and Science", Cichlid News, 9(3): 32-34, 2000
Ronald Coleman. Feeding Frenzy,
στο "Cichlid and Science", Cichlid News, 10(1): 32-34, 2001
Σημείωση: Μπορείτε να βρείτε τον ολοκληρωμένο πίνακα που ετοίμασε ο Dr. Michael K. Oliver στο http://www.malawicichlids.com/mw01100.htm  

Η επιμέλεια του Ελληνικού MCH γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον Ανδρέα Ηλιόπουλο, στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ύπαρξη της ελληνικής έκδοσης.

Back ] Up ] Next ]

Site Search 

Contact us

       

Malawi Cichlid Homepage © 1999-2006. All rights reserved.