HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

AQUARIUM CONSERVATION PROGRAMME (ACP)

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH-DEUTSCH

ARTIKELN

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

Η χρήση ηλεκτρονικών οργάνων ελέγχου του νερού. Η χρήση συσκευής ελέγχου της Αλατότητας σε θαλασσινό Μεσογειακό σύστημα ενυδρείου

 του Γιώργου Ι. Ρεκλού

(το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου του 2002, του περιοδικού  FAMA)

Η αλήθεια είναι πως η επιτυχής διατήρηση υδρόβιων οργανισμών στην αιχμαλωσία δεν είναι αναγκαία συνδεδεμένη με αναρίθμητα μηχανήματα – αντιθέτως μάλιστα, συνήθως άπτεται της ευαισθησίας, των γνώσεων και των εμπειριών του εκάστοτε ακουαρίστα ή χομπίστα, πράγματα που ακριβώς κάνουν τη διαφορά μεταξύ των επιτυχημένων και των αποτυχημένων προσπαθειών. Παρ’ όλα αυτά, μερικές φορές υπάρχουν κάποιες μικρές λεπτομέρειες που επίσης μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Πρόσφατα είχα μία ανάλογη εμπειρία που έρχεται να τεκμηριώσει αυτή την οπτική. Εφ’ όσο είμαι σχετικά καινούργιος στη θαλασσινή πλευρά της διατήρησης υδρόβιων οργανισμών στην αιχμαλωσία, μπορεί κανείς να εισπράξει τις παρακάτω παρατηρήσεις μου, αναλόγως της αξίας που κανείς νομίζει πως μπορεί να έχουν – αν και οι περισσότερες από αυτές είναι εφαρμόσιμες ακόμη και στα ενυδρεία γλυκού νερού. Από της στιγμής που αποφάσισα να προχωρήσω στη διατήρηση Μεσογειακών θαλασσινών υδρόβιων ειδών στην αιχμαλωσία, αντιμετώπισα δύο παράγοντες με τους οποίους δεν είχα ιδιαίτερη προηγούμενη άνεση. Ο πρώτος ήταν η ανάγκη για σταθεροποιημένες, συνεχώς σχεδόν σταθερές παραμέτρους νερού και ο δεύτερος η έλλειψη ακριβούς πληροφορίας για τα είδη που αποφάσισα να διατηρήσω. Και όσο για τον τελευταίο παράγοντα, δεν μπορώ να κάνω τίποτε απολύτως, απλά αναγκάζομαι να τον αποδεχθώ ως έχει και εν συνεχεία παλεύω με όποιο τρόπο μπορώ, μελετώντας, μαντεύοντας κατά πολύ και κάνοντας χιλιάδες παρατηρήσεις. Η παρατήρηση των δικών μου συστημάτων ενυδρείων και – σημαντικότερα – η παρατήρηση των εκάστοτε ειδών στο φυσικό τους περιβάλλον είναι όλο κι όλο αυτό που μπορώ να κάνω. Όσο για τον πρώτο παράγοντα – τις «σταθεροποιημένες» συνθήκες νερού – προσπαθώ να βρίσκομαι, όσο είναι δυνατό, εγγύτερα σε ότι έχει αποδειχθεί πως σε ‘μένα λειτούργησε. Δεν μπορώ να γνωρίζω εάν αυτές οι παράμετροι είναι οι σωστές για τα είδη που διατηρώ ή απλά πρόκειται για «τυχαίο» βιώσιμο συνδυασμό που λειτουργεί για ‘μένα και όπως συνηθίζουμε να λέμε «εάν κάτι λειτουργεί, καλό είναι να μην μπαίνει κανείς στον κόπο να επέμβει περαιτέρω». Τείνω να πιστέψω μάλιστα σε μία τέτοια «αρχή», αφού ότι εγώ έκανα μου λειτουργεί μια χαρά επτά (7) μήνες τώρα, οπότε δεν μπορεί να οφείλεται απλά σε τύχη. Παράμετροι όπως η θερμοκρασία, το pH, η αλκαλικότητα, οι συγκεντρώσεις των «Ν» ενώσεων (αμμωνία, νιτρώδη ιόντα και νιτρικά άλατα), οι συγκεντρώσεις ασβεστίου και η αλατότητα επιτηρούνται στενά και σε σταθερή βάση κρατούνται σημειώσεις. Τα chillers (= μονάδες ψύξεις) μου με τους ηλεκτρονικούς τους αισθητήρες φροντίζουν για τη θερμοκρασία (αρκετά αποτελεσματικά μάλιστα), ένα pH-μετρο μου δίνει τις σωστές μετρήσεις της αξίας του pH και – έως τώρα – η χρήση ενός γυάλινου υδρόμετρου, υποτίθεται, μου έδινε την εικόνα του ειδικού βάρους του νερού των συστημάτων μου. Η λέξη κλειδί εδώ είναι η λέξη «υποτίθεται». Έχω προσπαθήσει, όσο εντονότερα μπορούσα, να συντηρώ με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο και τα δύο μου θαλασσινά ενυδρεία, κατά το δυνατό, προσθέτοντας ακριβώς τα ίδια πράγματα, κάνοντας τις ίδιες μερικές αλλαγές νερού την ίδια στιγμή, χρησιμοποιώντας νερό ίδιας ακριβώς ποιότητας κλπ. Εν τέλει, ήμουν αρκετά βέβαιος πως αμφότερα τα συστήματα αυτά έπρεπε να έχουν σχεδόν ταυτόσημες παραμέτρους νερού. Το pH ήταν σχεδόν το ίδιο, οι «Ν» συγκεντρώσεις είναι σχεδόν μη ανιχνεύσιμες και το υδρόμετρο μου έδειχνε μία ελάχιστα μικρή διαφορά της ειδικής πυκνότητας του νερού των δύο συστημάτων της τάξεως μόλις του ενός χιλιοστού (0,001), δηλαδή το ένα παρουσίαζε ειδικό βάρος είκοσι επτά τοις χιλίοις (27‰ ή 1.027), έναντι είκοσι οκτώ τοις χιλίοις  (28‰, ή 1.028) του δεύτερου συστήματος. Όμως παρατηρούσα πως τα ψάρια στο αριστερό ενυδρείο έδειχναν να ευδοκιμούν στ’ αλήθεια (το Salaria pavo μου, με το όνομα “Big Daddy”, σχεδόν έχει διπλασιάσει το μέγεθός του σε λιγότερους από πέντε μήνες και το Symphodus ocellatus μου έχει «πάρει» και σε μέγεθος αλλά και σε χρώμα), ενώ στο άλλο σύστημα – εκτός από τις όποιες (λιγοστές ευτυχώς) απώλειες, τα ψάρια μου έδειχναν πιο ληθαργώδη και δεν συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο (και μιλάω για ακριβώς τα ίδια είδη). Επιπροσθέτως, κάποια άλλα είδη (όπως τα καβούρια) αποφάσισαν να μετακομίσουν από το δεξιό ενυδρείο μου στο αριστερό. Αρχικά πίστεψα πως αυτό το γεγονός ήταν τυχαίο και απλά διασκεδαστικό συμβάν και έτσι πήρα τον κάβουρα και τον έβαλα πάλι στο ενυδρείο στο οποίο αρχικά εφιλοξενείτο. Την αμέσως επομένη ημέρα το ζώο είχε και πάλι αλλάξει ενυδρείο. Αυτό που με έβαλε σε σκέψεις ήταν το ότι ουδέποτε προσπάθησε να μετακινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση – από το αριστερό δηλαδή στο δεξί ενυδρείο – τουλάχιστον αυτούς τους τελευταίους τέσσερις (4) μήνες. Καθώς μία μέρα έψαχνα στο διαδίκτυο, «έπεσα» επάνω σε ένα ηλεκτρονικό όργανο ελέγχου της αλατότητας, που δεν κόστιζε πολύ ακριβά, οπότε και το αγόρασα. Μετά από προσεκτική calibration (= βαθμονόμηση) της συσκευής με το διάλυμα που διατίθεται μαζί του κατά την πώληση, πήρα μία μέτρηση στο νερό και των δύο συστημάτων. Το όργανο διαθέτει και θερμικό αισθητήρα – αφού η θερμοκρασία αλληλεπιδρά με την αλατότητα – δίνοντας αποτελέσματα σε milli-Siemens, που εκφράζονται σε ppt (parts per thousand = μέρη στα χίλια) ή σε specific gravity (= ειδικό βάρος), πράγμα που απαιτεί να συμβουλεύεται κανείς τον πίνακα που συνοδεύει τη συσκευή. Θεωρώ πως όλοι σας είστε σε θέση να μαντέψετε τι αποτελέσματα είχαν αυτές οι μετρήσεις. Αρχικά η αλατότητα ήταν σημαντικά υψηλότερη από ότι εγώ νόμιζα. Δεύτερον, η διαφορά μεταξύ των δύο συστημάτων δεν ήταν μετά βίας στο ένα χιλιοστό (0,001) αλλά περισσότερο από δύο χιλιοστά (0,002 +). Στην πραγματικότητα στο αριστερό σύστημα είχα πενήντα οκτώ milli-Siemens (58 mS) ή είκοσι εννέα τοις χιλίοις (29‰, ή 1.029) και όχι είκοσι επτά τοις χιλίοις (27‰, ή 1.027) που εγώ νόμιζα, ενώ στο δεξί ενυδρείο είχα αλατότητα εξήντα ένα μισό milli-Siemens (61,5 mS) ή τριάντα ένα τοις χιλίοις (31‰, ή 1.031). Ελέγχοντας και τις τιμές του pH απεκαλύφθησαν πολύ πιο συγκεκριμένες διαφορές. Στο «φορτωμένο» βιολογικά σύστημά μου το pH ήταν οκτώ και τριάντα δύο δέκατα (pH = 8,32), κατά δέκα δέκατα χαμηλότερο (- 0,10) που φαίνεται να είχα μία εβδομάδα νωρίτερα με pH = 8,42, ενώ στο σύστημα που αναπτύσσονταν μακροφύκη δεν είχε αλλάξει από το οκτώ και τέσσερα δέκατα (pH = 8,40), αλλά παρέμενε σταθερό. Φυσικά το επόμενό μου βήμα ήταν να παρακολουθήσω τις αυξομειώσεις αυτών των παραμέτρων για διάστημα κάνα δυο εβδομάδων και μετά σταδιακά να φέρω τα επίπεδα της αλατότητας και των δύο συστημάτων στην ίδια αξία που παρουσιάζει το φυσικό νερό της θάλασσας. Να μην αναφέρω πως περίμενα με αγωνία μια εβδομάδα έως να έχω την δυνατότητα να πάω ξανά στη θάλασσα για να πάρω και μία επί τόπου μέτρηση της αλατότητας και του pH του Μεσογειακού νερού στο ίδιο το φυσικό πεδίο. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα βιβλία μπορεί κάποιες φορές να υποστηρίζουν κάποια πράγματα, αλλά οι μετρήσεις πρέπει να λαμβάνονται προσωπικά και από τον ίδιο τον ακουαρίστα. Και ακόμη δεν θα αναφέρω τις αξίες που έλαβα κατόπιν μετρήσεων σε λιμνούλες δημιουργημένες από την παλίρροια, για να μην σας σοκάρω. Αλατότητες έως και τριάντα έξι τοις χιλίοις (36‰, ή 1.036) και θερμοκρασίες έως και πάνω από τριάντα δύο βαθμούς Κελσίου (32° + C)!! Συνέλεξα νερό από απόσταση πέντε μέτρων (5 m) μακριά από την ακτογραμμή και οι αξίες που πήρα ήταν ως ακολούθως: αλατότητα εξήντα πέντε και επτά δέκατα milli-Siemens (65,7 mS) – ειδικό βάρος δηλαδή τριάντα δύο τοις χιλίοις (32‰ ή 1.032) – όσοι μάλιστα τυχαίνει να ενδιαφέρεστε για διατήρηση Μεσογειακών θαλασσινών ειδών στην αιχμαλωσία, καλό είναι να πάρετε τοις μετρητοίς αυτές τις μετρήσεις. Φαίνεται πως το μεγάλο εύρος επιβίωσης που εγώ είχα οφειλόταν απλά και μόνο στο γεγονός του ότι είχα συλλέξει τα διατηρούμενα είδη μου από τέτοιες λιμνούλες δημιουργημένες από την παλίρροια, πράγμα που τους επέτρεπε να είναι προσαρμοσμένα σε ευρύ φάσμα αυτών των παραμέτρων. Αυτό που θα πω πάρτε το αν δεδομένο. Η χρήση οργάνου μέτρησης της αλατότητας συνιστάται ανεπιφύλακτα, εάν κανείς θέλει ασφαλείς συνθήκες στα ενυδρεία του. Μετά από το πέρασμα μια εβδομάδας, εξεπλάγην όταν διαπίστωσα πως, αν και μέρος του νερού των συστημάτων είχε αφαιρεθεί μέσω των skimmers και είχε αντικατασταθεί με προπαρασκευασμένο με conditioners νερό του δικτύου μου, η αλατότητα δεν μειωνόταν, αλλά αντίθετα έφτασε μέχρι και τα πενήντα εννέα και επτά δέκατα milli-Siemens (59,7 mS) για το αριστερό και εξήντα πέντε και δύο δέκατα milli-Siemens (65,2 mS), για το δεξί ενυδρείο, αλατότητες δηλαδή της τάξεως του είκοσι εννέα και έξι δέκατα τοις χιλίοις (29,6‰, ή 1.0296) και τριάντα ένα μισό τοις χιλίοις (31,5‰, ή 1.0315) αντίστοιχα. Αυτά τα δεδομένα αποδεικνύουν πως η χρήση RO’s είναι απαραίτητη για παραγωγή νερού για χρήση σε θαλασσινά ενυδρεία. Όταν εν συνεχεία μέτρησα και το pH των συστημάτων (χωρίς ενδιάμεσα να έχουν πραγματοποιηθεί μερικές αλλαγές νερού, απλά και μόνο προσθήκη νερού από το δημοτικό δίκτυο, προς αντικατάστασην του νερού που εξατμίστηκε), απεκαλύφθη πως στο «φορτωμένο» μου σύστημα το pH ήταν έτι χαμηλότερο τώρα (pH = 8,21 – κοντά δηλαδή στα ιδανικά φυσικά επίπεδα), ενώ στο ενυδρείο με την ανάπτυξη μακροφυκών (αυτό που παρουσίαζε τα προβλήματα), ήταν κατά τι υψηλότερο (pH = 8,49).

Αφού «έπαιξα» λίγο με τα χημικά μου, άφησα αμφότερα τα συστήματα σε ένα «μεταβατικό» στάδιο, ώστε να ανακτήσουν τις ιδανικές τιμές αυτών των παραμέτρων (αφού τώρα πλέον γνωρίζω αυτές τις τιμές). Και στα δύο συστήματα έχω τώρα τιμή pH = 8,30 και αλατότητα τριάντα εάν τοις χιλίοις (31‰, ή 1.031).

Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως η χρήση ηλεκτρονικών οργάνων – ιδιαίτερα όσο αφορά στα θαλασσινά συστήματα, αλλά χωρίς να περιορίζεται αυστηρά σε τέτοια και μόνο – είναι απαραίτητη. Η ακρίβεια ενός καλά βαθμονομημένου και σωστά συντηρημένου ηλεκτρονικού οργάνου ελέγχου υπερέχει σε σχέση με τα test kits ή τα απλά υδρόμετρα. Μπορείτε να κάνετε αυτές τις μετρήσεις κατά το δοκούν, με λίγα λόγια όσες πολλές φορές κανείς επιθυμεί για να μπορεί να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι ακριβώς συμβαίνει σε ένα σύστημα. Το «εύρος» - που τα περισσότερα από τα συνηθισμένα test kits παρουσιάζουν (για παράδειγμα μετρήσεις pH με τιμές μεταξύ του 8,20 και 8,40), μπορεί να πει μόνο ελάχιστα πράγματα – εάν μπορεί να πει και κάτι, σε τελική ανάλυση. Μπορεί τέτοια test kits να είναι ΕΝ ΤΑΞΕΙ για κάποιες περιπτώσεις (πχ για να σας βεβαιώσουν πως διαθέτετε το κατάλληλα αλκαλικό νερό για τις αφρικάνικες κιχλίδες σας που προέρχονται από τις λίμνες του Μεγάλου Ρήγματος), αλλά δεν μπορεί να βασίζεται κανείς απόλυτα στα αποτελέσματά τους, εφ’ όσον μάλιστα διατηρεί είδη που απαιτούν πολύ μικρότερες αυξομειώσεις των χημικών παραμέτρων του νερού (όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τα συστήματα-υφάλους). Στην πραγματικότητα όταν χρησιμοποιώ test kits για να ελέγξω τις χημικές παραμέτρους των ενυδρείων μου, βλέπω πως όλες είναι σταθερές σαν βράχοι και πανομοιότυπες. Ακόμη, η ερμηνεία αυτών των αποτελεσμάτων με κοντινές τιμές (τα συνηθισμένα test kits χρησιμοποιούν χρωματικές κλίμακες) είναι υποκειμενική και κάποιες στιγμές δυσχερής: Όταν μάλιστα μιλάμε για test «πολλαπλών παραμέτρων» που κανείς πρέπει να βυθίσει μία λωρίδα χαρτιού στο νερό για να κάνει μία μέτρηση, τα πράγματα πάνε από το κακό στο πολύ χειρότερο. Εγώ πάντως τέτοια tests χρησιμοποιώ μόνο όταν παρατηρήσω κάποια παράξενη συμπεριφορά εκ μέρους των ψαριών μου, σε κάποιο από τα ενυδρεία μου, μόνο και μόνο για να έχω μία χοντρική ιδέα του τι μπορεί να συμβαίνει εκεί μέσα και – σημαντικότερα – για να διαπιστώσω ποιες από τις παραμέτρους οφείλω να ελέγξω με ακρίβεια και διεξοδικότητα στη συνέχεια. Και όπως συνεχώς υποστηρίζω, ο χρόνος σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σημαντικός, οπότε ο αρχικός έλεγχος των σωστών παραμέτρων, μπορεί πράγματι να κάνει τη διαφορά.

Η επιλογή ενός ηλεκτρονικού οργάνου ελέγχου δεν είναι δα και καμιά δύσκολη υπόθεση, δεδομένου ότι υπάρχουν ένα σωρό κατασκευαστές που διαθέτουν σχετικά φθηνές και καλής ποιότητας συσκευές για ένα ευρύ φάσμα παραμέτρων. Μερικοί προσφέρουν ακόμη και ολόκληρους «σταθμούς» ηλεκτρονικού ελέγχου που μπορούν να δεχθούν έως και οκτώ (8) διαφορετικά probes (= αισθητήρες). Τα συνήθη όργανα μιας παραμέτρου χωρίζονται σε δύο μέρη, το όργανο (που διαθέτει οθόνη ενδείξεων) και το probe που βυθίζεται στο νερό. Κάποιοι άλλοι κατασκευαστές διαθέτουν ακόμη συσκευές «ενός και μόνο μέρους», που είναι ταυτόχρονα probes και οθόνες ενδείξεως. Αναλόγως των προς εξέτασιν παραμέτρων, κάποιες συσκευές έχουν ακρίβεια μίας ή και δεύτερης δεκαδικής υποδιαίρεσης. Όσο αφορά στο pH, κάθε δεκαδικό ψηφίο αντιπροσωπεύει δεκαπλάσια τιμή (10 x) από το αμέσως επόμενο ή προηγούμενο, συγκρινόμενο με τη συνηθισμένη χρωματική κλίμακα των συνηθισμένων test kits.

Πολύ σημαντικό στη χρήση τέτοιων συσκευών είναι το calibration  και η φροντίδα-αποθήκευσή τους. Εάν αυτά τα δύο στάδια αγνοηθούν ή γίνουν χωρίς την απαιτούμενη προσοχή, τα αποτελέσματα που παίρνει κανείς θα είναι ανακριβή. Είναι απαραίτητη η τήρηση των οδηγιών του εκάστοτε κατασκευαστή, ενώ κανείς πρέπει να προσθέτει και την ίδια γνώση του από παρεμφερή συστήματα μέτρησης. Το calibration – ασχέτως του τι υποστηρίζει ο κατασκευαστής – δέον να γίνεται κάθε φορά που κανείς σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τις συσκευές αυτές (μία φορά, όχι πριν από κάθε μέτρηση) και θα πρέπει να γίνονται ακριβώς πριν από τη χρήση. Εγώ χρησιμοποιώ τα βασικά διαλύματα pH που χρησιμοποιώ για να βαθμονομώ τα όργανα μέτρησης pH και στο εργαστήριό μου (αν και τα διαλύματα που συνήθως συνοδεύουν τις συσκευές είναι επίσης πολύ καλά), αλλά παρασκευάζω και τα δικά μου διαλύματα βαθμονόμησης για το αλατόμετρό μου. Επίσης παρασκευάζω τα δικά μου διαλύματα για το “conditioning” του pHμέτρου μου. Είναι πολύ ουσιώδες να θυμάται κανείς πως τα probes των συσκευών μέτρησης του pH, ποτέ δεν πρέπει να αφεθούν να στεγνώσουν. Ούτε η χρήση απλού νερού για να διατηρούνται υγρά είναι και τόσο καλή ιδέα. Η καλύτερη λύση είναι η χρήση κορεσμένου διαλύματος χλωριούχου καλίου (KCl), πράγμα που σημαίνει τουλάχιστον 4 Μ (δηλαδή τριάντα γραμμάρια KCl ανά εκατό χιλιοστόλιτρα απεσταγμένου νερού – 30 gr. ΚCl./100 ml). Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί κανείς να διατηρήσει τα probes του σε άριστη κατάσταση για τουλάχιστον κάνα δυο μήνες, εφ’ όσον χρησιμοποιείται και στεγανό δοχείο αποθήκευσης γεμισμένο με λίγο βαμβάκι και conditioner στο οποίο θα βυθίζεται το άκρο του probe. Πάντοτε πρέπει να ξεπλένονται οι αισθητήρες με νερό από τη βρύση πριν χρησιμοποιηθούν. Εάν παρατηρηθεί συγκέντρωση αλάτων στο άκρο ενός αισθητήρα, μην επιχειρήσετε να τα αφαιρέσετε με απόξεση, επ’ ουδενί λόγο. Απλά χρησιμοποιήστε νερό του δημοτικού δικτύου. Αυτά τα άλατα είναι εξαιρετικά ευδιάλυτα, οπότε μπορεί κανείς να τα αφαιρέσει εύκολα, ούτως ή άλλως, με νερό από τη βρύση.

 

Το διάλυμα βαθμονόμησης του αλατόμετρου είναι ευκολότερο – απλά κανείς παρασκευάζει διάλυμα με ποσοστό τριάμισι τοις εκατό (3,5%) NaCl, διαλύοντας τριάμισι γραμμάρια χλωριούχου νατρίου σε εκατό χιλιοστόγραμμα (3,5 gr./100 ml) απεσταγμένου νερού. Αυτή η ενέργεια έχει σαν αποτέλεσμα ένα διάλυμα με ειδικό βάρος είκοσι έξι τοις χιλίοις (26‰, ή 1.026) ή ένδειξη πενήντα τριών milli-Siemens (53 mS).

Μία τελική υποσημείωση για όσους επιθυμούν να το «παίξουν» μικροί χημικοί: η χρήση απεσταγμένου νερού είναι απολύτως απαραίτητη όταν κανείς επιχειρεί να κάνει conditioning – και ακόμη σημαντικότερα – όταν παρασκευάζει διαλύματα για calibration. Δεν συνιστάται καθόλου η χρήση απιονισμένου νερού. Και αυτό λόγω του ότι το απιονισμένο νερό (σε αντίθεση με ότι πολλοί πιστεύουν) δεν είναι ελεύθερο ιόντων. Αυτό που συμβαίνει μ’ αυτό το είδος νερού είναι πως τα δισθενή κατιόντα και ανιόντα (ασβεστίου, μαγνησίου, σιδήρου, θειικά, φωσφορικά και λοιπά άλατα) «αντικαθίστανται» με ιόντα νατρίου και χλωρίου αντίστοιχα. Οπότε αυτού του τύπου το νερό ήδη περιέχει χλωριούχο νάτριο και έτσι δεν συνιστάται για χρήση σε παρασκευές «σημαντικών» διαλυμάτων όπως τα διαλύματα βαθμονόμησης. Εάν διαθέτει κανείς μια αξιόπιστη συσκευή RO, μπορεί να χρησιμοποιεί το παραγόμενο νερό με πολύ καλά αποτελέσματα. Εάν πάλι όχι, μπορεί κανείς να αγοράσει από το πλησιέστερο φαρμακείο ένα μπουκάλι με «ορό» (εν συντομία WFI), όγκου ενός λίτρου (1 l), που είναι φαρμακευτικά ελεγμένος και που θα επιτρέψει να παρασκευαστούν διαλύματα για βαθμονόμηση οργάνων και

Μερικά ακόμη στοιχεία για σωστές μετρήσεις:

  • Να χρησιμοποιείτε πάντοτε δοκιμαστικούς σωλήνες για να συλλέγετε νερό από τα ενυδρεία που θέλετε να ελέγξετε.

·         Μην βυθίζετε απλά τα probes στο ενυδρείο σας – εκτός και το σπίτι σας είναι αποστειρωμένο, και προφανώς δεν είναι.

  • Μην επιστρέφετε ξανά στο ενυδρείο το νερό που έμεινε μετά τον έλεγχο (για τον ίδιο ακριβώς λόγο).
  • Χρησιμοποιείστε νερό του ενυδρείου που πρόκειται να ελέγξετε για να ξεπλύνετε κάνα δυο φορές το δοκιμαστικό σας σωλήνα, πριν τον έλεγχο. Αυτό θα διαλύσει και θα απομακρύνει τα εναπομείναντα άλατα που έχουν μαζευτεί μέσα στο δοκιμαστικό σωλήνα από προηγούμενες μετρήσεις.
  • Μετά τη μέτρηση, πλύνετε τον δοκιμαστικό σωλήνα με νερό του δημοτικού δικτύου σας και σκουπίστε τον με χαρτί κουζίνας.
  • Μην αφήνετε τους δοκιμαστικούς σας σωλήνες να στεγνώνουν στον ατμοσφαιρικό αέρα γιατί τα άλατα του νερού θα παραμείνουν εντός τους.
  • Να αποθηκεύετε πάντοτε τους δοκιμαστικούς σωλήνες με το άνοιγμα προς τα κάτω, για να μην σκονίζονται.
  • Καλύτερα να χρησιμοποιεί κανείς έναν δοκιμαστικό σωλήνα για κάθε παράμετρο που επιθυμεί να ελέγξει (ένα για μέτρηση pH, έναν άλλο για μέτρησης της αλατότητας ή της αγωγιμότητας κ.ο.κ.). Μπορείτε μάλιστα να τους βάλετε ταμπελάκια για να μην τους μπερδεύετε μεταξύ τους.

  • Εάν η μέτρηση που πρόκειται να κάνετε αλληλεπιδρά ως προς την θερμοκρασία του νερού (για παράδειγμα και το pH και η αλατότητα παρουσιάζουν τέτοια αλληλεπίδραση) συμβουλευτείτε τις οδηγίες του κατασκευαστή που συνοδεύουν τη συσκευή σας.
  • Εάν η θερμοκρασία με την οποία είναι «ενσωματωμένο» το probe σας παρουσιάζει μεγάλες διαφορές σε σχέση με εκείνη του νερού του υπό έλεγχο συστήματος, περιμένετε τόσο όσο χρειάζεται για να εξομοιωθεί με εκείνη του νερού (αυτό είναι κάπως δύσκολο εγχείρημα, ειδικά εάν το νερό είναι πολύ ψυχρότερο ή θερμότερο σε σχέση με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος).
  • Η βύθιση του αισθητήρα στο νερό του συστήματος που χρησιμοποιείτε για να ξεπλύνετε πριν τη χρήση τον δοκιμαστικό σας σωλήνα, θα σας παρέξει ικανή ένδειξη για να βοηθήσει να φτάσετε στη σωστή θερμοκρασία γρηγορότερα.
  • Συνήθως τα pHμετρα μετρούν σε θερμοκρασία δωματίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχετε τα διαλύματα βαθμονόμησης και το νερό του συστήματος στα ίδια θερμικά επίπεδα για να έχετε ακριβείς μετρήσεις. Ένας τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι να αφήνετε τόσο τα διαλύματα βαθμονόμησης, όσο και το νερό του ενυδρείου που θα ελέγξετε, να «σταθούν» για κανένα μισάωρο στον ίδιο χώρο για να εξισορροπηθούν οι θερμοκρασίες τους.
  • Καθαρίζετε τα πάντα με νερό του δημοτικού δικτύου σας (ακόμη καλύτερα με απεσταγμένο νερό) μετά τη χρήση και αποθηκεύετέ τα προσεκτικά.
  • Η μισή αξία της εκάστοτε συσκευής σας είναι το κόστος του αισθητήρα και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο εύκολα μπορεί να πάθει ζημιά εάν δεν αποθηκεύεται σωστά. Κάποτε είχα ένα probe που καταστράφηκε από άλγες που αναπτύχθηκαν επάνω του, γιατί το χρησιμοποιούσα σαν μόνιμη συσκευή ελέγχου.
  • Να έχετε κατά νου πως τα probes, έτσι κι αλλιώς,  δεν είναι άφθαρτα. Συνήθως χρειάζονται αντικατάσταση μετά από δέκα οκτώ (18) μήνες περίπου – εφ’ όσον βέβαια τα χειρίζεται κάνεις και τα αποθηκεύει σωστά. Η ανικανότητα για κάτι τέτοιο, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του «χρόνου ζωής» ενός χρήσιμου probe.
  • Μία καλή ένδειξη πως υπάρχει πρόβλημα στον αισθητήρα μια τέτοιας ηλεκτρονικής συσκευής είναι ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμονόμησή της. Εάν είστε απολύτως βέβαιοι πως χρησιμοποιείτε τα σωστά διαλύματα, αλλά η συσκευή σας αδυνατεί να βαθμονομηθεί, συνήθως αποτελεί προειδοποίηση για επικείμενη αντικατάσταση του probe. Μην «πιέσετε» ποτέ μια συσκευή να λειτουργήσει, υπ’ αυτές τις συνθήκες, αφού τα αποτελέσματα της μέτρησης δεν θα είναι αξιόπιστα.
  • Ακόμη, ελέγχετε τις μπαταρίες της συσκευής. Εάν έχετε την ένδειξη “battery low” (= «πεσμένες» μπαταρίες), συνιστάται η άμεση αντικατάσταση των μπαταριών με καινούργιες πριν χρησιμοποιήσετε τη συσκευή.
  • Να σιγουρευόσαστε πάντοτε, πως δεν υπάρχουν φυσαλίδες αέρα σε επαφή με τον αισθητήρα, γιατί και πάλι θα έχετε λάθος μέτρηση. Αυτό πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, ακόμη κι αν οι οδηγίες χρήσεως που συνοδεύουν το όργανο, δεν το αναφέρουν καν.
  • Περιμένετε πάντα μέχρι να σταθεροποιηθεί η ένδειξη της συσκευής στην οθόνη. Οι τιμές μπορεί να αλλάζουν πολύ γρήγορα αρχικά και λιγότερο γρήγορα εν συνεχεία, αλλά όσο συνεχίζουν να αλλάζουν, εσείς πρέπει να αφήσετε τον αισθητήρα μέσα στο δείγμα που ελέγχετε. Μία μέτρηση για να χαρακτηριστεί ως «τελική», θα πρέπει να μην αλλάξει για τριάντα συνεχή δευτερόλεπτα της ώρας (30 sec). Εάν δεν είστε βιαστικοί, συνιστώ να περιμένετε ένα ολόκληρο λεπτό της ώρας (1 min).
  • Όταν επιχειρείτε μία μέτρηση, να τοποθετείτε τη συσκευή όσο μακρύτερα γίνεται από τον δοκιμαστικό σωλήνα – εάν είναι εφικτό – και σε υψηλότερο σημείο από αυτόν. Αν και οι αισθητήρες υποτίθεται πως μπορούν να βυθίζονται, οι περισσότερες συσκευές ηλεκτρονικού ελέγχου φυσικοχημικών παραμέτρων του νερού δεν είναι αδιάβροχες και θα πάθουν ζημιά από την είσοδο νερού εντός τους.
  • Εάν είναι εφαρμόσιμο στη δική σας συσκευή, αποσυνδέετε τον αισθητήρα και αποθηκεύετέ τον ξεχωριστά
  • Τέλος, πάντοτε να έχετε σε κάποιο συρτάρι σας μερικές αχρησιμοποίητες μπαταρίες. Να ξέρετε πως οι μπαταρίες χάνουν την ενέργειά τους ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιούνται καθόλου οι συσκευές που υποστηρίζονται από αυτές. Χρησιμοποιείτε καλύτερα αλκαλικές μπαταρίες. Εάν πρόκειται να μην χρησιμοποιήσετε τη συσκευή σας για μακρύ χρονικό διάστημα (ας πούμε για πάνω από δύο μήνες), καλύτερα να βγάζετε τις μπαταρίες από τη συσκευή.

Εύχομαι πως αυτό το άρθρο κατάφερε να σας δείξει την σημαντικότητα της χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων ελέγχου φυσικοχημικών παραμέτρων, λόγω της ακρίβειας που θα σας επιτρέψουν να έχετε στις μετρήσεις σας αυτές οι συσκευές, που εάν συντηρούνται και σωστά θα σας παρέχουν για πολλά χρόνια αβασάνιστους ελέγχους.

Η επιμέλεια του Ελληνικού MCH γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον Ανδρέα Ηλιόπουλο, στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ύπαρξη της ελληνικής έκδοσης.

Back ] Up ] Next ]

Site Search 

Contact us

       

Malawi Cichlid Homepage © 1999-2006. All rights reserved.