HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

Η Ιστορία του Κυρίου Β.

ένα άρθρο της Robin Lovell

Η ιστορία του Κυρίου Β και ότι εν πάση περιπτώσει με εισήγαγε στις αφρικάνικες κιχλίδες και ακόμη η αναφορά του δεκάχρονου γιου μου προς το πρόσωπό μου ως «ψαρομούρας» (με τόνο που δήλωνε πως σίγουρα θα απέφευγε στη ζωή του συστηματικά ότι εγώ κάνω για να μην καταντήσει σαν εμένα), άρχισε πριν λίγα χρόνια, με το τηλεφώνημα της γραμματέως του δημοτικού σχολείου, το οποίο ο γιος μου παρακολουθούσε τότε.

Ο Joe, ο γιος μου είχε κερδίσει στη λοταρία ένα «χρυσόψαρο», πράγμα καθόλου ενοχλητικό, δεν συμφωνείτε;

Τότε σκέφτηκα: «Ω! Όχι. Όχι ψάρια». Και δεν ήταν το ότι δεν αγαπώ αυτά τα ζώα, αλλά κατείχα όλων των ειδών τα κατοικίδια, από γάτες και σκύλους έως φρύνους και χελώνες. Ποτέ όμως ψάρια. Ποτέ μου δεν επιθυμούσα να έχω ψάρια.

Όταν ήμουν εννέα ετών, η αλήθεια είναι πως ήθελα ψάρια. Είχα ένα ενυδρείο τότε για λίγο καιρό και ήταν μία πολύ ενοχλητική εμπειρία. Δεν θυμάμαι τι είδος ψαριών είχα, θυμάμαι μόνο πως όλα τους έμοιαζαν, επί το πλείστον, είτε πεθαμένα ή μισοφαγωμένα και το βλέμμα των ματιών τους, που ήταν απαράλλαχτο είτε ήταν ζωντανά ή νεκρά, με ανησυχούσε πολύ.

Γι’ αυτό το ενυδρείο έχω πολύ μακρινές αναμνήσεις. Χαριτωμένα μωρά ψαράκια με τεράστια μάτια, που ουδέποτε ενηλικιώθηκαν και ο «ξιφοφόρος» που βρήκα ξεραμένος πίσω από τη  βιβλιοθήκη μου μετά από πολλές εβδομάδες που είχε εξαφανιστεί μέσα από το ενυδρείο, είναι όλο κι όλο ότι θυμάμαι. Θυμάμαι πώς ανακάτευα την πυκνή σκόνη που είχε καλύψει το σώμα του που είχε σχήμα τόξου, προσέχοντας να μην το πιάσω πολύ άγαρμπα και χάσω κανένα κομμάτι της ουράς ή για να μην ξεκολλήσει το κεφάλι του από το υπόλοιπο σώμα, ή διαλυθεί και νοιώθω τελείως μπλεγμένη. Δεν ήμουν λυπημένη.

Το ψάρι εκείνο έδειχνε σαν να μην ήταν ποτέ του ζωντανό και έτσι μετά από αυτό η καριέρα μου ως εκτροφέως ψαριών έληξε σύντομα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως όσο φυσικό είναι για ένα κατοικίδιο ψάρι το γεγονός της ζωής, άλλο τόσο είναι και το γεγονός του θανάτου και – κρίνοντας από την έλλειψη οιασδήποτε εκφράσεως – θεώρησα πως έτσι ήταν τα πράγματα σχετικά με τα ψάρια. «Τα ψάρια», αποφάσισα τότε «μου προκαλούν ανατριχίλα».

Αυτό που έχω όμως να καταθέσω εδώ, δεν έχει να κάνει με ψάρια ή το πώς νοιώθω γι’ αυτά τα ζώα. Ο γιος μου είχε κερδίσει. Το όνομά του επελέγη μεταξύ όλων των παιδιών του σχολείου του. Ήταν ο νικητής, έτσι ο Goldie, ένα αρκετά όμορφο «χρυσόψαρο», της ποικιλίας Oranda Red Cap, αφίχθη στο σπίτι μας, μέσα σε ένα βάζο από φυστικοβούτυρο. Πρέπει να παραδεχτώ, πως το συμπάθησα αμέσως. Είχε γλυκά ματάκια, που έμοιαζαν να βρίσκονται σε μόνιμα επίμονη κατάσταση αναζήτησης φαγητού, αλλά δεν έμοιαζαν πεθαμένα – ή τουλάχιστον, κατάλαβα πως έδειχναν διαφορετικά από ότι θα έδειχναν εάν και εφ’ όσον θα πέθαινε.

Μέσα σε λίγες ημέρες ο Goldie ζούσε σε ένα ενυδρείο ελλειπτικού σχήματος, όγκου έξι γαλονιών (6 g) – είκοσι πέντε περίπου λίτρων (25 l) – ολοκληρωμένο, με ένα από εκείνα τα σεντούκια θησαυρού που ανοιγοκλείνουν και φθορίζοντα πλαστικά φυτά και χαλίκι. Έτσι καταλήξαμε να ψάχνουμε για συγκατοίκους. Ο Joe θα μπορούσε να βάλει όλα τα εκατοντάδες «χρυσόψαρα» που έτυχε να δούμε, αλλά εγώ είχα μελετήσει το μάθημά μου περί «χρυσόψαρων» και έκανα ερωτήσεις γι’ αυτό το είδος, σπαταλώντας πάρα πολύ από το χρόνο μου να παρατηρώ τον Goldie να κολυμπάει τριγύρω στο ενυδρείο του, ανακαλύπτοντας ένα σωρό πράγματα που θα έπρεπε να εξετάσω, έως ότου επιλέξω τελικά κάποιο παλιο«χρυσόψαρο». Προ παντός και εκτός αυτού, έψαχνα για να βρω ένα με ολοζώντανα μάτια.

Δυστυχώς ο Goldie ποτέ του δεν απέκτησε συγκάτοικο, αφού πέθανε μετά από μόλις τέσσερις (4) μήνες. (Αυτή είναι η ιστορία του Κυρίου Β, μιας κιχλίδας, οπότε και θα προσπαθήσω να απομακρυνθώ από το «χρυσόψαρο», προς το παρόν, αποφεύγοντας να σας εξιστορίσω τα πάντα, σχετικά με τις επαφές που είχα με άλλους ανθρώπους και καταστήματα μικρών ζώων, καθηγητές πανεπιστημίων και λοιπούς που ενόχλησα μήπως και κατάφερνα να σώσω το «χρυσόψαρο» αυτό, για να αποδείξω πως πραγματικά προσπάθησα πάρα - πάρα πολύ).

Εγώ κι ο Joe ήμασταν σαν να μας κτύπησε καταστροφή. Νομίζω πως σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ο Joe με άφησε να χωθώ σ’ αυτήν την τρέλα με τα ψάρια χωρίς να συμμετέχει. Δεν το εξέφρασε ανοιχτά, αλλά ήξερα καλά πως φοβόταν μήπως κάποια μέρα θα έβρισκε κάποιο από τα ψάρια μας στριμωγμένο μέσα στους σωλήνες του φίλτρου, ρουφηγμένο από τη ροή του νερού, πράγμα που τον είχε τρομάξει σε κάποιο τοπικό κατάστημα πώλησης καλλωπιστικών ψαριών. Με ικέτευε να πάω σε κάποιον και να το πω, περιμένοντάς με να επιστρέψω με ένα τσούρμο θορυβημένων υπαλλήλων του καταστήματος και πιθανώς και με έναν αστυνομικό μαζί για να συλλάβει τον άμεσα υπεύθυνο γι’ αυτό το κακό. Αυτό το τελευταίο γεγονός τον ενόχλησε τόσο που θεώρησε πως τίποτε ανάλογο θα του συνέβαινε ποτέ. Τέτοιου είδους γεγονότα ενοχλούσαν κι εμένα όταν ήμουν παιδί, σχετικά με τα κατοικίδια ψάρια. Είτε έμοιαζαν νεκρά ή ήταν ζωντανά, «ίδια γεύση» και δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω για το πώς ένοιωσε.

 Αλλά ακόμη κάναμε κάποια πράγματα μαζί, όπως, για παράδειγμα, ότι αγοράζαμε μαζί ψάρια. Λίγες μέρες μετά το θάνατο του Goldie, πήγαμε και πήραμε μερικά ακόμη «χρυσόψαρα». Συμπτωματικά τα βάλαμε, ή μάλλον αντικαταστήσαμε με αυτά τα ψάρια που είχαμε χάσει από το ενυδρείο μας όγκου τριάντα γαλονιών (30 g) – εκατόν είκοσι περίπου λίτρων (120 l). Αγοράσαμε ακόμη τρία (3) ενυδρειάκια όγκου δύο γαλονιών (2 g) – έξι περίπου λίτρων (6 l) – το καθένα, για τρία Betta splendens (Siamese Fighting Fish, ή «μονομάχους») και ο Joe πήρε λίγα Paracheirodon innesi (Neon tetras) για το ελλειψοειδές ενυδρείο, που αποκαλούσε ακόμη ενυδρείο του.

Εκτός από τα ψάρια-αντικαταστάτες, νομίζω συμπεριφερόταν σωστά στα ψάρια, αλλά αργότερα μία γνωστή μας τηλεφώνησε περιμένοντας να της πω εάν θα έπαιρνα το ενυδρείο της όγκου πενήντα πέντε γαλονιών (55 g) – διακοσίων είκοσι περίπου λίτρων (220 l). Η οικογένειά της ήταν πολύ απασχολημένη και το σύστημα ήταν άνευ συντήρησης, παρά μόνο με λίγη τροφή (κατέληξαν να πετούν ολόκληρες φέτες ψωμιού εκεί μέσα για να ταΐσουν τα ψάρια τους) για μήνες. Κανείς δεν γνώριζε πλέον ούτε πόσα ψάρια ζούσαν εκεί μέσα.

Αφού γύρισα όλο το σπίτι μου με ένα μέτρο, προσπαθώντας, χωρίς επιτυχία, να συνδιαλλαγώ μετά του εαυτού μου, σχετικά με το ενδεχόμενο να δεχτώ το νέο ενυδρείο, αλλά όχι και τα ψάρια. Ήθελα βλέπετε να δοκιμάσω με ένα θαλασσινό. Ότι ήξερα και δεν ήξερα για τις κιχλίδες ήταν πως ήταν αποθηκευμένα με «Επιθετικά» ψάρια στο petshop. Και δεν ήθελα κάτι τέτοιο.

Πήγα κι έριξα μια ματιά σ’ εκείνο το ενυδρείο, μόνο και μόνο για να ελέγξω δυο φορές τις διαστάσεις και την κατάστασή του. Η προσοχή μου απεσπάσθη αμέσως από την ανάπτυξη ενός μεγάλου αστραφτερού λευκού σφαιρικού όγκου. Γονάτισα και κάρφωσα τα μάτια μου μέσα στο ενυδρείο, όπου το νερό είχε μετατραπεί σε μία καφέ λάσπη και κατάλαβα πως αυτό που έβλεπα σαν μεγάλο αστραφτερό λευκό σφαιρικό όγκο, ήταν  σωλήνας του φίλτρου, που είχε πνιγεί από αφάγωτο ψωμί. Ετοιμάστηκα να σηκωθώ να φύγω, όταν ξαφνικά μέσα από το καφετί χάος εμφανίστηκε μία μπλε κιχλίδα. Ήταν τεράστιο ψάρι, τόσο που δεν μπορούσα να το δω ολόκληρο, αν και αυτό με παρατηρούσε. Ήταν πολύ διαφορετικός ο τρόπος που με κοιτούσε, σε σχέση με το βλέμμα που έχουν τα «χρυσόψαρα» κραυγάζοντας: «Φαΐ! Φαΐ! Φαΐ!, ενώ δεν είχε καμιά σχέση ούτε και με τα tetras, που νομίζω πως ούτε καν προσπαθούν να κοιτάξουν έξω από το ενυδρείο.

Όχι, φίλε μου, αυτό το ψάρι ήταν διαφορετικό. Κάτι στην έκφρασή του – να το πω ελπίδα; – σίγουρα είναι ευφυές ζώο, με έκανε να πισωγυρίσω και να το ξανακοιτάξω.

Είπα στον άντρα μου για «το βλέμμα». Συνήθως ο άνδρας μου παίρνει το μέρος των ενεργειών των ψαριών, όταν χρειάζεται να μετακινηθεί ή να καθαριστεί ένα ενυδρείο, αλλά σταμάτησε ότι έκανε, το πρόσωπό του γέμισε με ένα μείγμα σύγχυσης και σκέψεων και είπε: «γιατί λοιπόν δεν πας να το πάρεις;»

Ε, λοιπόν γιατί όχι; Αυτό ήταν. Δεν χρειαζόμουν και τίποτε περισσότερο. Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέπτομαι πώς έδειχνε στα μάτια μου αυτή η Κιχλίδα, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Θα έδινα την ευκαιρία σ’ αυτό το ζώο να αποκτήσει ένα καλό σπιτικό – ένα υπέροχο σπιτικό. Θα βοηθούσα τη φίλη που δεν εννοούσε να το επιστρέψει στο petshop. Η απόφαση είχε πλέον παρθεί και ένοιωσα πολύ καλά γι’ αυτό.

Σ’ αυτό λοιπόν το ενυδρείο υπήρχαν μόνο η μπλε κιχλίδα και ένας “pleco” – όλα τα υπόλοιπα – πάνω από δέκα ψάρια είχαν ψοφήσει. Χρησιμοποίησα την άσχημη καφέ λάβα (σκεπτόμενος γιατί κάποιος να βάλει αυτό το υλικό σε ένα ενυδρείο) και το αναλόγως άσχημο καφετί χαλίκι που ήδη υπήρχαν μέσα στο σύστημα, μόνο και μόνο για να κάνω γρήγορο «στρώσιμο». Κάλυψα το υπόστρωμα με ένα στρώμα από όμορφα, καθαρά, μικρά στρογγυλεμένα βότσαλα που ο ίδιος αγόρασα. Τα δύο διακριτά στρώματα του βυθού, έδειχναν όμορφα πίσω από το εξωτερικό τζάμι του ενυδρείου. Εκείνο το βράδυ πήγα για ύπνο, σκεπτόμενη πώς να στολίσω και πώς να «στήσω» το σύστημα, πράγμα που θεωρώ το καλύτερο κομμάτι του hobby, ειδικά δε εάν σου κατέβει και καμιά πολύ καλή ιδέα, ή έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό από πριν.

Το επόμενη πρωί, η πρώτη μου σκέψη ήταν πως το φίλτρο βυθού ήταν «μπουκωμένο» και έπρεπε με κάποιον τρόπο να κατευθύνω δυνατό ρεύμα νερού σε διάφορα σημεία του υποστρώματος, με αποτέλεσμα να ανακατευτούν τα στρώματα του βυθού που μου έδειχναν όμορφα χτες και να καταντήσουν σωροί από υλικά υποστρώματος ενυδρείου. Υπήρχαν σημεία που οι πέτρες είχαν καθαριστεί σε τόσο βάθος, που είχα φτάσει να μετακινήσω το υπόστρωμα τόσο που έβλεπα τα γυαλί του πυθμένα.

Και τότε ακριβώς, κάτω από ένα σωρό ξεπετάχτηκε μια χούφτα χαλίκια. Ένα λεπτό αργότερα η Κιχλίδα εμφανίστηκε με ένα βότσαλο από τα όμορφα βότσαλα που προσέθεσα στο στόμα. Μου έριξε μια δύστροπη ματιά, όπως κάνει κανείς που είναι αναγκασμένος κάποιον αργόσχολο εν τω μέσω μιας πολύ δύσκολής και σοβαρής του προσπάθειας. Έφτυσε το βότσαλο και γύρισε να πάρει κι άλλο.

Σοκαρίστηκα. Ένα ψάρι είχε κάνει κάτι πέραν του να τρώει ή να ψάχνει για τροφή. Δεν θυμάμαι για πόσο διάστημα απέμεινα να το παρατηρώ, εκείνη τη μέρα, αλλά τελικά σκέφτηκα: «πρέπει να αποκτήσω κι άλλα τέτοια ψάρια!»

Αυτό ακριβώς το σημείο είναι όπου τα πράγματα άρχισαν να «στραβώνουν» για ‘μένα και τον κύριο Β. Εάν τότε γνώριζα, ότι ξέρω σήμερα, θα έπρεπε να γνωρίζω, πως πρέπει να ξέρω τι έχω ήδη, πριν αποκτήσω κι άλλα από αυτό. Έπρεπε να υποψιαστώ επίσης, πως εάν κάποιος πουλάει αφρικάνικες κιχλίδες, δεν σημαίνει, σώνει και καλά, πως γνωρίζει κάτι γι’ αυτές και τη διατήρησή τους, όπως επίσης θα ήξερα πως έπρεπε να μείνω μακριά από ενυδρεία με ταμπέλες που ανακοινώνουν ως περιεχόμενό τους Διάφορες Αφρικάνικες Κιχλίδες.

Το κατάστημα που απευθύνθηκα είχε ένα μακρύ τριώροφο rack με ενυδρεία, που μέσα είχαν μόνον Διάφορες Αφρικάνικες Κιχλίδες. Περιέγραψα το «στήσιμο» που ήδη είχα κάνει, στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος φαινόταν να γνωρίζει. Με διαβεβαίωσε πως οποιοδήποτε ψάρι και να έπαιρνα, όλα θα ήταν άψογα, εφ’ όσον θα ήταν Αφρικάνικη Κιχλίδα. Θα πρέπει όμως οπωσδήποτε να είναι Αφρικάνικη Κιχλίδα, τόνισε με έμφαση. Δεν ανέφερε τίποτε περί επιθετικότητας. Θυμάμαι πως σκεπτόμουν ότι τα προβλήματα σχετικά με την επιθετικότητα πρέπει να άπτονται των ανθρώπων που δεν γνωρίζουν πως πρέπει κανείς να είναι απόλυτα σίγουρος πως όλα του τα ψάρια είναι Αφρικάνικες Κιχλίδες, έτσι ήμουν καταχαρούμενη τώρα, που εγώ, αντιθέτως, αυτό το ήξερα. Μου φαινόταν μάλιστα ευκολότερη η επιλογή συγκατοίκων γι’ αυτά τα ψάρια από ότι η προσπάθεια που καταβάλει κανείς για  να διαλέξει το σωστό «χρυσόψαρο»! Πέρασαν δύο ονειρεμένες ώρες, διαλέγοντας τρεις Αφρικάνικες Κιχλίδες: δύο «λιονταροκέφαλες» κιχλίδες (τα ψάρια αναγνωρίστηκαν από εμένα μετά από εβδομάδες και όχι από το κατάστημα) και ένα μάλλον μειλίχιο ψάρι, που έδειχνε μεταξύ καφέ και μωβ, σε χρώμα, που επέλεξα γιατί είχε το πλέον όμορφο πρόσωπο που είχα ποτέ μου δει σε ψάρι. Το ονόμασα, μάλιστα Smiley (= «Χαμογελαστός»), γιατί έμοιαζε να χαμογελάει.

Ο κύριος Β, μόλις οι νεοφερμένοι εισήλθαν στο ενυδρείο, σταμάτησε ότι έκανε. Οι κινήσεις του έγιναν γρηγορότερες και πιο ταραγμένες, καθώς ορμούσε τριγύρω στο ενυδρείο, ενώ πολύ σύντομα, ας πω γύρω στα πέντε λεπτά, κυνηγούσε τον Smiley, σε όλο το ενυδρείο. Έκλεισα τα καπάκια φοβούμενη πως ο ένας ή και οι δυο τους θα μπορούσαν να βρεθούν έξω καθώς κυνηγιόνταν. Μπορούσε κάνεις να ακούσει το θόρυβο των νερών και τους γδούπους των ψαριών επάνω στα τζάμια, στο κάτω πάτωμα του σπιτιού. Ευτυχώς που ένας σωρός άσχημης λάβας, όπου πήγε και κρύφτηκε, χρησίμεψε σαν καταφύγιο στο καινούργιο ψάρι.

Το αμέσως επόμενο πρωινό ο κύριος Β είχε άλλη δουλειά: Περιπολούσε σε όλο το ενυδρείο. Πίσω και μπρος, για να είναι απόλυτα βέβαιος πως τίποτε, εκτός από τα άκρα των ρουθουνιών και οι σκιές, δεν ξεπρόβαλλε από τις διάφορες τρύπες. Όταν κουράστηκε από αυτό έκανε μία εγγύτερη έρευνα, στριφογυρνώντας μέσα σε μία στενότατη ρωγμή, που έως τώρα δεν φαινόταν να το ενδιαφέρει. Που και που εξεδίωκε κάποιον εισβολέα που είχε καταφέρει να βρει λίγη ησυχία, μακριά από τον κύριο Β, χωρίς να στριμωχτεί κάπου ανεπανόρθωτα. Όταν βέβαια εμφανιζόταν εκτός καταφυγίων κάποιο από τα ψάρια, ο κύριος Β, συνήθως, έπαιρνε στο στόμα μια καλή μπουκιά από το υπόστρωμα και την έφτυνε εκτός της τρύπας κουνώντας το κεφάλι σαν να δήλωνε πως και αυτή είναι δικιά μου σπηλιά.

Πέρασαν κάμποσες μέρες. Συνέχισε να με απασχολεί εάν θα άλλαζαν ποτέ αυτά τα δεδομένα, σκεπτόμενη πως κάτι θα κάνουν μεταξύ τους τα ψάρια και όλα θα «στρώσουν». Τηλεφώνησα στο κατάστημα και εξέθεσα την όλη κατάσταση, στο ίδιο τον ιδιοκτήτη που συνέχισε να φαίνεται πως ήξερε τι του γινόταν. «Ναι, ναι», είπε «κάποια από τα m’buna είναι πολύ επιθετικά» και «Όχι, όχι. Εάν αναδιαμορφώσετε το περιβάλλον του συστήματος, τότε θα λήξουν όλα. Εάν μάλιστα τίποτε δεν γίνει μπορείτε να φέρεται εδώ το μπλε ψάρι που ήδη έχετε και να σας το ανταλλάξω με κάτι άλλο».

Αυτό ήθελα να γίνει τελικά. Κατηγορούσα τον κύριο Β για όλα τα δεινά (Β, όχι για Big = μεγάλος ή Blue = Μπλε, αλλά Β για Bad, δηλαδή κακός). Ένοιωσα πολύ άσχημα για τον κακομοίρη τον Smiley, που δεν είχε ζωή εκτός από κάποια γρήγορα πετάγματα γύρω στο ενυδρείο την ώρα του ταΐσματος.

Αλλά, από την άλλη, δεν ήθελα να εγκαταλείψω τον κύριο Β, τουλάχιστον όχι ακόμη. Εν μέρει ένοιωθα και υποχρεωμένη απέναντι στη φίλη μου, που, άσχετα με το που είχε καταντήσει το ενυδρείο της σ’ αυτά τα χάλια, ήταν σίγουρα φιλόζωη. Σκέφτηκα να φιλοξενήσω το ψάρι σε ένα σπιτικό, χωρίς να υπολογίζω πως αυτό το ενυδρείο ήταν πράγματι το σπίτι του κυρίου Β, κατ’ αποκλειστικότητα. Επέζησε μήνες, μέσα σε καφέ νερά, τρώγοντας μόνο άσπρο ψωμί (και πράγματι είχα αρχίσει να σκέφτομαι μήπως η συμπεριφορά του ήταν υπεύθυνη για την απώλεια όλων των πρώην συγκατοίκων του), οπότε δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ έτσι απλά, εγκαταλείποντας την προσπάθειά μου. Έτσι και συνέχισα να προσπαθώ.

Ένα ομολογουμένως, θυελλώδες απόγευμα, αποφάσισα να πιάσω τον κύριο Β και να τον βάλω σε έναν κουβά – σπάζοντας έτσι, πιθανώς, τον κύκλο της βίας – αφήνοντας το περιθώριο στα υπόλοιπα ψάρια να δουν το υπόλοιπο του συστήματος, ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Οπλισμένη με δύο απόχες, τον κυνήγησα πάνω από μία ώρα. Κάμποσες φορές είχα την αίσθηση πως δεν βρισκόμουν καν μέσα στο σαλόνι μου, αλλά μεσοπέλαγα σε μια μικρή βάρκα και ο κύριος Β σήκωνε μεγάλα κύματα με το ουραίο του πτερύγιο και μου τα πετούσε καταπρόσωπο, τυφλώνοντας με προσωρινά, αναγκάζοντάς με να σηκώσω το κεφάλι μου για να πάρω μια βαθιά ανάσα. Δεν μπορούσα να τον πιάσω με τίποτα. Για το υπόλοιπο της μέρας ότι και να έκανα – φέρ’ ειπείν όταν άνοιγα το ψυγείο ή πήγαινα να σηκώσω το τηλέφωνο – ακόμη και αν αυτό λάμβανε χώρα πολύ μακρύτερα από το ενυδρείο, ο κύριος Β αμέσως κρυβόταν.

 Εξεπλάγην μεν με τη μνήμη, το βλέμμα και την ικανότητά του να με ξεχωρίζει, από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και ένοιωσα άσχημα δε, θεωρώντας με δεν αρέσω στα ψάρια μου και ούτε σε ‘μένα άρεσε ο κύριος Β. Δεν του άρεσαν τα άλλα ψάρια και φαινόταν πως όλα προορίζονταν να ζήσουν μία ζωή μέσα στις σπηλιές που δημιουργούσε η λάβα. Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως ήλθε η φορά στη ζωή μου για να αποφανθώ ξανά πως τα ψάρια δεν μου ταιριάζουν.

Τηλεφώνησα ξανά στο κατάστημα. Ακόμη και το γεγονός του ότι δεν ήταν εξυπηρετικοί, μέχρι τώρα, δεν είχα και άλλον να ρωτήσω. Άλλωστε δεν είχα ανακαλύψει ακόμη το MCH ή κάποιον άλλο διαδικτυακό τόπο. Δεν γνώριζα, αλλά ούτε και φανταζόμουν ποτέ πως υπήρχαν ευφυέστατοι και καλλιεργημένοι άνθρωποι, σε όλον τον κόσμο, που γνώριζαν τόσα πολλά πράγματα για τις αφρικάνικες κιχλίδες. Δεν υποψιαζόμουν ακόμη πως μπορεί να είχαν ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ συστήματα ενυδρείων με μεγέθη σαν να ήταν λίμνες, στην πραγματικότητα, στα σπίτια τους. Ανακάλυψα συλλόγους και ψηφιακούς τόπους, for a και διαγωνισμούς για το καλύτερο σύστημα και τρόποι αξιολόγησης. Μπορούσε κανείς να μάθει εκεί πώς να κατασκευάσει ο ίδιος το άψογο σύστημα για διατήρηση αφρικάνικων κιχλίδων, πώς να κατασκευάσει βάσεις για τα ενυδρεία, συστήματα φίλτρανσης, φόντο και ένα σωρό άλλα πράγματα, με τελικό αποτέλεσμα να μην είναι κάποιος περιορισμένος στη γνώμη ενός και μόνου προσώπου. Κάποια άτομα από αυτού μάλιστα είχαν καταφέρει να επισκεφτούν την Αφρική και να κολυμπήσουν μαζί με τις κιχλίδες στους φυσικούς τους υγροτόπους. Πραγματικά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα την παραμικρή ιδέα για όλα αυτά.

Μέχρι στιγμής, όπως καταλάβατε είχα μόνο τον, κατά φαινόμενο μόνο, γνώστη καταστηματάρχη του petshop, που είτε τον είχα είτε όχι ήταν το ίδιο και το αυτό. Πήρα λοιπόν ξανά τηλέφωνο για να τον ρωτήσω πόσο ζουν κανονικά οι κιχλίδες – ενώ ντρέπομαι αλλά θα σας το ομολογήσω ευχόμουν να είναι αρκετά γέρος ο κύριο Β, ώστε να μην ζήσει τόσο πολύ, ή πως τα επιθετικότερα ψάρια απαλαίνουν τα γεράματά τους με την επιθετικότητα. Αναγνώρισε αμέσως τη φωνή μου, πριν ακόμη του πω ποια ήμουν και μου είπε: «Κοίτα τι πρέπει να κάνεις. Ρίξε στη λεκάνη της τουαλέτας το ψάρι, τράβηξε το καζανάκι, πες στο παιδί σου πως το ψάρι πέθανε ξαφνικά και έλα να πάρεις μερικά άλλα ψάρια.»

Ε, αυτό ήταν που ξεχείλισε το ποτήρι. Ήταν το πιο λάθος πράγμα που θα μπορούσε κανείς να μου πει. Πρώτον γιατί δεν λέω ψέματα στο παιδάκι μου και δεύτερον ποτέ μου δεν θα πέταγα ένα ψάρι στην τουαλέτα, ακόμη κι αν ήταν ένα νεκρό ψάρι. Τα αφήνω στο ρεματάκι που είναι κοντά στο σπίτι μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, λέω στο Joe πως ο Θεός τα παίρνει μακρύτερα στο ρέμα εάν είναι πραγματικά νεκρά και εάν παρ’ ελπίδα απλά μοιάζανε νεκρά, αλλά δεν ήταν, έχουν ελπίδες επιβίωσης στο ρέμα. [Σ.τ.Μ. Έτσι εξηγούνται όλες οι αφύσικες οικολογικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει σε πολλές Πολιτείες της Αμερικής, με αποτέλεσμα να είναι εμπλουτισμένα τα επιφανειακά τους νερά με είδη προερχόμενα από ενυδρεία, που έχουν σε πολλές περιπτώσεις προσαρμοστεί, πολλαπλασιαστεί και δημιουργήσει προβλήματα (πχ όπως τα piranhas που η διατήρησή τους απαγορεύεται δια νόμου σε πολλές Πολιτείες και η αστυνομία τα θανατώνει με χλωρίνη μέσα στα ενυδρεία τους εάν τα ανακαλύψει, ή όπως τα ψάρια του είδους Pterygoplichthys gibbiceps – που κατάγονται επίσης από την λατινική Αμερική – που εδώ και χρόνια αναπαράγονται σε διάφορες λίμνες των νησιών της Hawaii) στην ντόπια υδρόβια χλωροπανίδα. Ο δε «Θεός» είναι μια καλή, αλλά πολύ απλοϊκή και άλλων εποχών δικαιολογία.]

Δεν ξέρω πώς μου ήρθε η ιδέα να φυλακιστεί ο κύριος Β. Κάτι σαν ένα ενυδρείο μέσα στ κυρίως ενυδρείο. Με τη βοήθεια του συζύγου μου, τρύπησα καμιά πενηνταριά μεγάλες τρύπες, σε ένα ακρυλικό δοχείο όγκου δύο γαλονιών (2 g) – οκτώ περίπου λίτρων (8 l) – το οποίο τοποθέτησα στο βυθό του κυρίως ενυδρείου όγκου πενήντα πέντε γαλονιών (55 g) – διακοσίων είκοσι περίπου λίτρων (220 l). Το σκεπτικό ήταν πως εάν ο κύριος Β, συνήθιζε τα άλλα ψάρια να περιφέρονται γύρω του και τούμπαλιν, πιθανώς να σταματούσαν τα κυνηγητά και όλοι θα ξεχνούσαν την αιτία που άρχισε εκείνος ο πρώτος καυγάς. Μου φαινόταν να έχει καλές πιθανότητες αυτή η μέθοδος, εφ’ όσον ο κύριος Β, δεν είχε προβλήματα με τον “pleco”.

Για τρεις εβδομάδες ο κύριος Β, κυνηγούσε τους συγκατοίκους του μέσα από την διάφανη φυλακή του, χωρίς να έχει μειωθεί η μανία του, υπενθυμίζοντάς μου του τι θα έκανε όταν θα ήταν ελεύθερος κάποτε και ίσως έκανε και χειρότερα πράγματα. Είχαμε εκπλαγεί από το πόσο πολύ μπορούσε να ανοίξει το στόμα του και για πόση ώρα μπορούσε να το κρατήσει διάπλατα ανοιχτό, εάν κάποιος εισβολέας αργούσε να το βάλει στα πόδια. Τα υπόλοιπα ψάρια χαλάρωσαν με αυτό το κόλπο, ενώ ακόμη τα μικρά «λιονταροκέφαλα» θεωρούσαν σοφότερο να προσπερνούν όσο ταχύτερα μπορούσαν τη φυλακή του κυρίου Β – αυτός συνέχιζε να αφρίζει και να γρυλίζει προσπαθώντας να τα κυνηγήσει. Ο Smiley δεν ακολουθούσε το ίδιο σκεπτικό όμως. Ο άντρας μου υπεστήριξε πως ο Smiley ήταν άδικος και ίσως πειραχτικός απέναντι στον κύριο Β, αφού μονίμως επέλεγε να τριγυρίζει άσκοπα γύρω από τη φυλακή του κυρίου Β, ενώ τους χώριζε μια πολύ μικρή απόσταση, λιγότερη και από μισή ίντσα (½”) – ενάμιση περίπου εκατοστόμετρο (1½ cm).

Και για να πω την αλήθεια έτσι κάπως φαινόταν. Το χαμόγελο του Smiley, έμοιαζε πλέον περισσότερο με περιφρονητική γκριμάτσα. Ακόμη πρόσεξα πως ο κύριος Β είχε χάσει το έντονο μπλε του χρώμα και είχε γίνει πιο ανοιχτόχρωμος γκρι-μπλε, από τη στιγμή που φυλακίστηκε. Έπρεπε να τον ταΐζω με ένα καλαμάκι, με το οποίο έσπρωχνα τροφή μέσα από τις τρύπες που είχα ανοίξει στο πλαστικό δοχείο, πράγμα που είχα μάθει να κάνω με επιτυχία, αλλά που θα έπρεπε να εκπαιδεύσω κάποιον να το κάνει, ώστε να ταΐζει τον κύριο Β εάν τύχαινε να λείψουμε. Μου φαινόταν ακατόρθωτο να τα καταφέρω και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι για πόσο ακόμη θα συνεχιζόταν ο περιορισμός του κυρίου Β, μέσα στο δοχείο. Και δεν εξυπηρετούσε και μου φαινόταν άδικο για το ζώο. Έτσι τον ελευθέρωσα και όταν έγινε αυτό τα υπόλοιπα ψάρια είχαν μόνο δέκα πέντε δευτερόλεπτα της ώρας για να βρουν τρύπα να χωθούν. Τίποτε απολύτως λοιπόν δεν είχε αλλάξει.

Αυτό ήταν. Αποφάσισα πως εάν δεν αντιτιθόταν σθεναρά η φίλη, που μου είχε χαρίσει το ενυδρείο και ψάρι, θα τον πήγαινα σε ένα άλλο από το γνωστό μου petshop. Κανείς άλλωστε δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν προσπάθησα αρκετά, οπότε μόλις της εξιστόρησα τα μισά από αυτά που είχα τραβήξει μου έδωσε τη συγκατάθεσή της (και πιθανόν να έκλεισε το τηλέφωνο νοιώθοντας ευγνώμων που ενώ είχε για χρόνια εκείνο το ψάρι, κατάφερε με κάποιον τρόπο να γλιτώσει από ανάλογους παραλογισμούς).

Αλλά και πάλι μου ήταν αδύνατο να κάνω κάτι τέτοιο. Βρήκα λοιπόν το MCH και κάποιους άλλους διαδικτυακούς τόπους και έτσι άρχισα να μαθαίνω λίγα πράγματα. Η διατήρηση κιχλίδων δεν έχει να κάνει μόνο με τη διατήρηση υψηλών τιμών του pH και τον ακριβή υπολογισμό του αριθμού των ψαριών που θα μπορούσαν να συμβιώσουν σε ένα σύστημα. Κατάλαβα πως δεν μπορούσε κανείς να πάει να αγοράσει κάμποσες από δαύτες και να περιμένει πως όλα θα πάνε καλά.

Αυτά τα ψάρια έχουν αποκλειστικά δικός τους τρόπο συμπεριφοράς και κάνουν πράγματα, που πραγματικά τους προσδίδει αυτό που εμείς οι άνθρωποι αποκαλούμαι προσωπικότητα, μόνο που αντίθετα με ‘μας δεν μπορούν να αλλάξουν τρόπο συμπεριφοράς. Έμαθα ότι ο κύριος Β δεν ήταν ανελέητο ζώο, απλά επρόκειτο για μια κιχλίδα. Ήταν ο άρχων του ενυδρείου και όσο περισσότερο διάβαζα τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμουν πως, όσον αφορά σε βασιλείς, δεν ήταν και τόσο κακός τελικά. Ακόμη δεν είχε σκοτώσει ή τραυματίσει κανέναν, άλλωστε. Απλά δεν του ήθελε τριγύρω. Παράλογο μεν, αλλά δεν ήταν λάθος του ψαριού. Ήταν δικό μου λάθος. [Σ.τ.Μ. Τα ψάρια και όλα τα ζώα (και πιθανώς και τα φυτά αλλά και άλλα ζώντα πλάσματα και γήινες υπάρξεις) είτε αρέσει σε εμάς τους ματαιόδοξους Homo sapiens sapiens, είτε όχι, έχουν σαφώς προσωπικότητα και εάν όχι μεγαλύτερη, ανάλογη με ‘μας ευφυΐα. Οι κιχλίδες μάλιστα συμβαίνει να έχουν πολύ καλύτερη αντίληψη από άλλα είδη ψαριών, χωρίς αυτό βέβαια και επ’ ουδενί, να σημαίνει ότι η ευφυΐα των άλλων ειδών ψαριών υπολείπεται σε τίποτε, από αυτή των κιχλίδων. Ακόμη, η αξιοπρέπεια της ζωής – σαν γενικότερου φαινομένου – είναι αδιαμφισβήτητη και ισχύει ως αξία  για οποιοδήποτε είδος έμβιου όντος, ασχέτως εάν οι δυτικές φιλοσοφίες των πλέον διαδεδομένων θρησκειών έχουν απόλυτο συμφέρον από την αποσόβηση αυτής της αρχής, καθιστώντας ως απόλυτο κέντρο του σύμπαντος αυτόν και μόνον τον άνθρωπο, πράγμα εγωιστικό, αλλά συνάμα και ύποπτο.]

Έτσι πήρα ένα μέτρο και πριν καλά-καλά το καταλάβω ήμουν υπό την κυριαρχία της μέθης ενός καινούργιου ενυδρείου. Σκέφτηκα πως είχα ένα ενυδρείο με πολλά ψάρια ενώ το πραγματικό μου πρόβλημα ήταν πως είχα ένα, δηλαδή πολύ λίγα ενυδρεία.

 Ο κύριος Β, τώρα διέθετε το κατά δικό του ενυδρείο, ακριβώς δίπλα και δεξιά από τον υπολογιστή μου και αρέσκομαι να τον ακούω να τσουγκρίζει μονίμως βοτσαλάκια ή να κυλάει μία πετρούλα καθώς εργάζομαι. Στην πραγματικότητα μου αρέσει η ψαρίσια παρέα του. Είμαι σε θέση να γνωρίζω πως η μετακίνηση πετρών, στην οποία επιδίδεται, έχει συγκεκριμένο σκοπό και μάλλον δεν είναι και τόσο νεαρός και ίσως περνάει την ώρα του με τον ίδιο τρόπο που χρόνια τώρα – έως ότου τον αποκτήσω εγώ – μετακινώντας δηλαδή κάποιες πέτρες. Κανένας δεν θα έφτυνε τόσα πολλά χαλίκια, χωρίς κανέναν σκοπό. Αλλά αρχικά θα πρέπει να μάθω σε ποιο είδος ανήκει αυτή η μπλε κιχλίδα με τις μαύρες κάθετες ρίγες και από ότι διαβάζω δεν θα μου είναι και τόσο εύκολο.

Λίγο μετά τη μετακόμιση του κυρίου Β, ο Smiley έστεψε εαυτόν βασιλιά και ενώ επιτρέπει την κολύμβηση στους υπολοίπους, περισσότερο από όσο ο κύριος Β επέτρεπε, είναι κι αυτός παράλογος. [Σ.τ.Μ. Τίποτε δεν είναι παράλογο στη συμπεριφορά των ζώων και δη των ζώων που διατηρούμε στην αιχμαλωσία. Παράλογη είναι η ανθρώπινη κοντόφθαλμη άγνοιά μας και υπεροψία μας σχετικά με τη θέση μας στη Γη και σε ολόκληρο το Σύμπαν.]

Η επιμέλεια του Ελληνικού MCH γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον Ανδρέα Ηλιόπουλο, στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ύπαρξη της ελληνικής έκδοσης.

Back ] Up ] Next ]

Site Search 

Contact us

       

Malawi Cichlid Homepage © 1999-2006. All rights reserved.