HOME

GEORGE RECLOS

FRANK PANIS

FRANCESCO ZEZZA

PATRICIA SPINELLI

ARTICLES

FISH INDEX

PROFESSIONALS

PHOTO GALLERY

LINKS

BOOK REVIEW

AWARDS

MARINE TANK

DISCOVER MEDITERRANEAN

SIDE EFFECTS

HOBBYIST'S GALLERY

MACRO & NATURE PHOTOGRAPHY

DISASTERS WITH DAVE

MCH-DUTCH

MCH PO POLSKU

ARTYKU£Y

ΑΡΧΙΚΗ

ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΡΑΒΕΙΑ

 

 

 

Η Χημεία του νερού των Λιμνών της Κατακρημνισιγενούς Κοιλάδας της νοτιοανατολικής Αφρικής

Ένα άρθρο της Carli Flenniken

Πολλοί εξ’ υμών, ως χομπίστες, καμαρώνουμε τους εαυτούς μας όταν δημιουργούμε, κατά το μάλλον δυνατόν, τις κατάλληλες συνθήκες για τους φέροντες πτερύγια υδρόβιους φίλους μας. Αναγνωρίζουμε σαφώς το γεγονός πως αυτά τα πλάσματα, ειδικότερα δε τα wild caught (w.c. = άγρια πιασμένα) δείγματα, είναι συνηθισμένα σε συγκεκριμένου τύπου νερά και συγκεκριμένες επίσης ποιότητες νερού. Γι’ αυτό άλλωστε αναμιγνύουμε διάφορα υλικά για να διορθώσουμε τη σκληρότητα του νερού και τις τιμές του pH, ρυθμίζουμε τους θερμαντήρες μας στα αναγκαία επίπεδα, κάνουμε τις μερικές αλλαγές νερού στα ενυδρεία μας, παρακολουθούμε σταθερά την ποιότητα του νερού, ταΐζουμε με τις τροφές που πιστεύουμε πως είναι οι «καλύτερες». Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται να επικρατεί κάποιου είδους σύγχυση, όταν ο εκάστοτε ακουαρίστας προσπαθεί να επιτύχει τον κατάλληλο υγροβιότοπο για τα είδη που διατηρεί, όπως άλλωστε και επιθυμεί.

Τα ερωτήματα που παραμένουν είναι:

Πόσο εγγύς μπορεί να πλησιάσει κανείς στις φυσικές αξίες του νερού, στον περιορισμένο χώρο των ενυδρείων; Είναι άραγε εφικτό να αναπλάσουμε τα ιθαγενή νερά των ψαριών που διατηρούμε στην αιχμαλωσία; Πόσο παρόμοιες είναι στ’ αλήθεια αυτές οι λίμνες; Είναι τόσο όμοιες ώστε να νομιμοποιούμεθα να διατηρούμε ανάμικτα στο ίδιο ενυδρείο είδη από αυτές τις λίμνες;

   Για να έχετε μία καλύτερη άποψη θα πρέπει να γνωρίζετε τι είστε στην πραγματικότητα, τι προσπαθείτε να επιτύχετε και τι από αυτά το μπορεί να επιτευχθεί και τι όχι. Μπορεί να εκπλαγείτε με το πόσο διαφορετικές είναι αυτές οι λίμνες μεταξύ τους, καθώς και σε τι μεταφράζονται οι ομοιότητές τους. Ελπίζοντας να ξεκαθαρίσω κάπως το τοπίο, θα εξερευνήσουμε για λίγο μαζί τις τρεις βασικότερες λίμνες της Κοιλάδας του Μεγάλου Ρήγματος, γνωστές στους περισσότερους εκτροφείς αφρικανικών Κιχλίδων με τα ονόματά τους: Malawi, Tanganyika και Victoria, σε σχέση με τις φυσικές και χημικές τους ιδιότητες.

 Λίμνη Malawi

Φαίνεται πως γι’ αυτή τη λίμνη έχουν γραφεί τα περισσότερα και επίσης περισσότερα στοιχεία είναι γνωστά ανάμεσα στους τυπικούς ακουαρίστες που διατηρούν Κιχλίδες γι’ αυτήν τη λίμνη από τις άλλες. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη όταν κανείς αναλογιστεί πως η λίμνη Malawi είναι ο φυσικός βιότοπος σε εξακόσια (600), όπως υπολογίζεται, είδη ψαριών, τα περισσότερα δηλαδή από κάθε άλλη λίμνη του πλανήτη. Περισσότερα από διακόσια (200 +) από αυτά είναι ενδημικά στη λίμνη.

   Πρόκειται για τη νοτιότερη από τις τρεις λίμνες της Κοιλάδας του Μεγάλου Ρήγματος, με μήκος – από βορά προς νότο – γύρω στα πεντακόσια ενενήντα πεντέμισι χιλιόμετρα (595,5 km). Το μικρότερο πλάτος της αγγίζει τα δεκαέξι περίπου χιλιόμετρα (16 km), ενώ το μεγαλύτερό της φτάνει τα ογδόντα και μισό (80,5 km). Επιπροσθέτως, πέρα από το γεγονός ότι η λίμνη Malawi είναι μία από τις μεγαλύτερες λίμνες της Κατακρημνισιγενούς Κοιλάδας, είναι ακόμη και ένας από τους παλαιότερους ταμιευτήρες γλυκού νερού στον κόσμο, έχοντας υπάρξει, με τη μία ή την άλλη μορφή, για περίπου ένα εκατομμύριο χρόνια, πράγμα που αποτελεί και τη βασικότερη αιτία για την βιοποικιλότητά της.

   Λέγεται πως η χημεία του νερού της είναι μάλλον υπεραπλουστευτική (σε σύγκριση με λίμνες όπως η Tanganyika ας πούμε). Τόσο η λίμνη Malawi, όσο και η λίμνη Victoria, λαμβάνουν το νερό τους είτε από άμεσες εισροές υδάτων, ή από κάποιον από τους πολλούς δευτερεύοντες γειτονικούς τους υγρότοπους με χαμηλή αλμυρότητα (salinity = αλατότητα εάν προτιμάτε), οπότε και η χημεία του νερού είναι σχετικά «λογική». Αυτό σημαίνει πως, εφ’ όσον κάποιος έχει να δουλέψει ξεκινώντας με ουδέτερο νερό, ή νερά με κανονικό GH και ΚΗ, θα βρεθεί σε σχετικά ιδεώδη θέση και με λιγότερες απαιτήσεις για «αλχημείες», για να μιμηθεί τις φυσικοχημικές του παραμέτρους, από ότι θα απαιτείτο για να «φτιάξει» το νερό της λίμνης Tanganyika, με ανάλογο ξεκίνημα. Με τον τεράστιο όγκο νερού που διαθέτει η λίμνη, δεν θα έπρεπε να μας παραξενεύει το γεγονός πως οι τιμές του pH του, σπανίως φαίνονται πεσυμφωνημένες και κυμαίνονται μεταξύ 7,7 και 8,8, εξαρτωμένου πάντοτε από το πού έγινε η μέτρηση. Πραγματικά αυτό με κάνει να θέλω να εξοπλιστώ με ένα pHμετρο και να αρπάξω το πρώτο αεροπλάνο για την Αφρική, αλλά ευτυχώς για ‘μένα αυτό το έχει ήδη κάνει ο Francesco! Για να μάθετε τι ανακάλυψε εκεί πατήστε εδώ

Σε ότι αφορά στο νερό της Malawi, βασικά έχετε να κάνετε με νερό πλούσιο σε νάτριο (~ 21,0 mg/l), ασβέστιο (~16,4 mg/l – 19,4 mg/l), μαγνήσιο (~ 4,7 mg/l – 8,8 mg/l), ιόντα χλωρίου (~ 4,0 mg/l), θειικά άλατα (~ 5,5 mg/l), ενώ παρουσιάζει σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις ανθρακικών και διττανθρακικών αλάτων (~ 2,4 mg/l – 2,6 mg/l). Για να δείτε έναν πλήρη πίνακα αυτών των τιμών, αλλά και κάποιων ακόμη που θα αναφέρω εδώ για τα νερά της Victoria και της Tanganyika, καθώς επίσης και ένα πολύ καλό και ενδιαφέρον άρθρο για τη χημεία του νερού των λιμνών της Κοιλάδας του Μεγάλου αφρικανικού Ρήγματος, δείτε την ιστοσελίδα του δόκτορα Michael K. Oliver στο: What is the Chemical Composition of Lake Malawi Water? (Ποια είναι η χημική σύνθεση του νερού της λίμνης Malawi;).

Λίμνη Victoria

    Οι περισσότεροι που γνωρίζουν πράγματα σχετικά με τη λίμνη αυτή, είναι, αν μη τι άλλο, γνώστες της κρίσης που παρουσιάζει. Η λίμνη περιγράφεται σαν «δύσοσμη, θολή και πνιγμένη στην άλγη» (περιοδικό People and the Planet) και για τα προβλήματά της ευθύνεται ένας συνδυασμός πραγμάτων, όπως η ταχεία πληθυσμιακή αύξηση, η αποψίλωση της παράκτιας βλάστησης, η ανάπτυξη βιομηχανίας εξαγωγής ψαριών, η κατασκευές φραγμάτων από βιομηχανίες και η εξαφάνιση διαφόρων ιθαγενών ειδών ψαριών. Το τελευταίο που μπορεί άμεσα να συνδεθεί με τον εμπλουτισμό της λίμνης και με την Πέρκα του Νείλου [Σ.τ.Μ. αναφέρεται στο είδος Lates niloticus], που είχε σαν αποτέλεσμα την εξαφάνιση σχεδόν του μισού πληθυσμού από τα είδη των Κιχλίδων της λίμνης. Η Πέρκα του Νείλου, εμπλούτισε τη λίμνη μαζί με την Τιλάπια του Νείλου, όταν η υπεραλίευση έγινε πραγματικό πρόβλημα. Το L. niloticus μπορεί να φτάσει σε μήκος το ένα μέτρο και ογδόντα εκατοστόμετρα (1,8 m) και βάρος πάνω από τα ενενήντα κιλά (90,7 kg) και η διατροφή του είδους επικεντρώνεται βασικά στα μικρότερα ψάρια. Όταν όμως κανείς είναι τόσο μεγάλος, σχεδόν τα πάντα μπορούν να θεωρηθούν ως «μικρότερα». Εάν σε αυτό προστεθεί και το αποτέλεσμα μίας έρευνας του 1995, κατά την οποία βρέθηκε πως η Τανζανία ήταν υπεύθυνη για τη διάθεση δύο εκατομμυρίων λίτρων ανεπεξέργαστων αστικών λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων προς τη λίμνη σε καθημερινή βάση, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί υποφέρει έτσι η λίμνη.

   Η Victoria είναι η μεγαλύτερη από όλες τις λίμνες της Αφρικής, δεύτερη σε πλάτος, μετά τη λίμνη Superior, με μέγεθος γύρω στα διακόσια σαράντα χιλιόμετρα (~ 241,4 km), η τρίτη μεγαλύτερη σε επιφάνεια λίμνη του πλανήτη, με εμβαδόν γύρω στα εβδομήντα χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα (~ 69.929,68 km²). Όπως και η Malawi, λαμβάνει μεγάλο όγκο νερού από τα πολλά παραλίμνια ποτάμια συστήματα που εκβάλουν εντός της, αν και λαμβάνει μεγαλύτερη ποσότητα από τις υψηλές βροχοπτώσείς της περιοχής. Επίσης νοείται ως η βασικότερη πηγή νερού που τροφοδοτεί τον ποταμό Νείλο [Σ.τ.Μ. Ο Νείλος έχει μήκος περίπου πεντέμισι χιλιάδες χιλιόμετρα και υπολογίζεται πως ο όγκος νερού που διακινεί περί το 20% του γλυκού νερού του πλανήτη].

   Από τις τρεις αυτές λίμνες, η Victoria κατέχει το χαμηλότερο ποσοστό συγκεντρώσεων πολυσθενών μεταλλικών κατιόντων, που σημαίνει χαμηλότερη γενική σκληρότητα (GH), καθώς και χαμηλότερα επίπεδα από διαλυμένα ανθρακικά και διττανθρακικά άλατα, που μεταφράζεται αυτόματα σε χαμηλότερη ανθρακική σκληρότητα (KH). Λέγεται πως οι τιμές των παραμέτρων του νερού της λίμνης παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτές του νερού της λίμνης Malawi, δηλαδή, κανονικά σκληρό νερό, με pH να κυμαίνεται μεταξύ του 7,7 και του 8,8, αν και σε γενικές γραμμές αυτές οι τιμές προσανατολίζονται περισσότερο προς τις ελάχιστες.

   Εάν συγκρίνουμε τις χημικές αναλύσεις θα έχουμε τα παρακάτω αποτελέσματα: Νάτριο (~ 10 mg/l – 13 mg/l), Ασβέστιο (~ 5,0 mg/l – 15 mg/l), Μαγνήσιο (~ 1,5 mg/l – 8,0 mg/l), ιόντα Χλωρίου (~ 4,0 mg/l – 7,0 mg/l) και Θειικά άλατα (~ 2,3 mg/l). Όπως προανέφερα, το νερό της λίμνης περιέχει μάλλον χαμηλές συγκεντρώσεις ανθρακικών και διττανθρακικών αλάτων (~ 0,25 mg/l – 1,5 mg/l). Επίσης, το νερό της λίμνης περιέχει αρκετά υψηλές συγκεντρώσεις διαλυμένων αλάτων πυριτίου (~ 3,0 mg/l – 20 mg/l) συγκριτικά με το νερό της λίμνης Malawi (~ 1,0 mg/l – 1,4 mg/l) και της λίμνης Tanganyika (~ 3,0 mg/l – 6,6 mg/l). Παρουσιάζει ακόμη υψηλές συγκεντρώσεις νιτρικών και φωσφορικών αλάτων, παρ’ ότι τα δύο αυτά στοιχεία είναι είτε μη ανιχνεύσιμα ή εν αμφιβόλω στις δύο άλλες λίμνες. Υποψιάζομαι πως γι’ αυτό δεν βοηθάνε τα αστικά λύματα.

Λίμνη Tanganyika

    Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον υγροβιότοπο, αφού παρ’ όλο που πρόκειται για μία εκ των αρχαιοτέρων λιμνών, σε σύγκριση με τη λίμνη Malawi και ακόμη περισσότερο με τη Victoria, περιέχει σχετικά μικρό αριθμό ιθαγενών ειδών ψαριών. Τα τελευταία δέκα χρόνια φαίνεται πως πάνω από διακόσια (200+) είδη είναι ιθαγενή, ενώ γύρω στα εκατόν ογδόντα (180) είναι ενδημικά. Η λίμνη είναι γνωστή για τα γηγενή είδη οργανισμών της, όπως τα σαλιγκάρια neothauma. Αυτό είναι βέβαια αποτέλεσμα της εκτεταμένης περιόδου που η λίμνη ήταν απομονωμένη. Μεγάλη από την έκταση που περικλείει τη λίμνη είναι ορεινές περιοχές και πολύ λίγο ανεπτυγμένες παραλίμνιες πεδιάδες. Τα απότομα υψώματα που περικλείουν την Μεγάλη Κατακρημνισιγενή Κοιλάδα, φτάνουν τα δύο χιλιόμετρα (2.000 m) σε ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας που βρέχει τις δυτικές ακτές της Αφρικής. Αυτά όλα διατήρησαν επί μακρόν τη λίμνη αρκετά απομονωμένη. [Σ.τ.Μ. Οι Ad Konings και Horst Walter Dieckhoff αναφέρουν στο βιβλίο τους Tanganyika Secrets, των εκδόσεων Cichlid Press, τα εξής για τη βιοποικιλότητα της λίμνης αυτής: Υπάρχουν στη λίμνη περί τα εκατόν εβδομήντα πέντε (175) είδη ενδημικών Κιχλίδων που έχουν ήδη περιγραφεί. Ακόμη υπάρχουν δώδεκα (12) είδη χελιών της οικογένειας MASTACEMBELIDAE, από τα οποία τα έντεκα (11) είναι ενδημικά, δεκαεπτά (17) είδη «γατόψαρων» της οικογένειας BAGRIDAE, με ένα (1) μόνο να ζει και στη λίμνη και στα γειτονικά επιφανειακά της νερά (ποτάμια και λιμνούλες), τα δεκατέσσερα (14) από αυτά ενδημικά και μόνο δύο (2) να βρίσκονται αυστηρά εκτός των υδάτων της λίμνης. Τριανταπέντε (35) αναγνωρισμένα είδη κυπρινοειδών barbus ενδημικά στους παραλίμνιους υδάτινους υγροτόπους της λίμνης. Πέρα όμως από τα ψάρια στη λίμνη Tanganyika ζουν ακόμη δέκα (10) διαφορετικά είδη καβουριών του γένους Potamonautes, με τα οκτώ (8) από αυτά να είναι ενδημικά. Δεκατέσσερα (14) από το σύνολο των δεκαπέντε (15) ειδών γαρίδων είναι επίσης ενδημικά στη λίμνη. Τα σαλιγκάρια και τα διβάλβιδα αριθμούν περί τα εξήντα (60) αναγνωρισμένα είδη οστρακοδέρμων με το πενήντα τοις εκατό (50%) να είναι ενδημικά στη λίμνη (όπως πχ τα είδη Tiphobia horei, Specia zonata, Mutela spekei, για να αναφέρουμε μερικά). Από τα κάτι περισσότερο από δέκα (10) είδη βδέλλας που ζουν στην περιοχή της λίμνης τα περισσότερα είναι ενδημικά. Υπάρχουν ακόμη επτά (7) είδη αναγνωρισμένων ενδημικών σπόγγων στη λίμνη και να μην προχωρήσουμε σε άλλου είδους ζώα, όπως τα πτηνά ή τα ερπετά και τα θηλαστικά που ζουν σε όλη την έκταση αυτού του τεράστιου υγρότοπου, γιατί θα έχουμε έναν ατελείωτο και κουραστικό κατάλογο].

   Επίσης, αντίθετα με τις λίμνες Malawi και Victoria, η Tanganyika έχει μόνο ένα ποτάμι ως απορροή νερού, τον ποταμό Lukuga, καθώς και πραγματικά μικρότερο αριθμό υδάτων από εισροές, οπότε εισέρχεται λιγότερος όγκος νερού σ’ αυτήν καθαυτήν τη λίμνη. Είναι η δεύτερη σε μέγεθος λίμνη της Αφρικής, με επιφάνεια τριάντα δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων (~ 32.000 km²), η δεύτερη λίμνη σε βάθος, με μέγιστο βάθος χιλίων τετρακοσίων εβδομήντα ενός μέτρων (1.471 m) και έχει το απίστευτο μήκος (από βορά προς νότο) των εξακοσίων εβδομήντα χιλιομέτρων (670 km).

   Επίσης η λίμνη βρίσκεται γύρω σε μη βασαλτικά ηφαίστεια και μέρος της χημείας του νερού της επηρεάζεται από τη διοχέτευση λάβας. Αυτοί οι παράγοντες, καθιστούν το νερό της λίμνης κάπως αλκαλικότερο (pH από 8,7 έως 9,0) και σκληρότερο, παράλληλα δε, γίνεται και πιο πολύπλοκη η χημεία αυτού του νερού, με αιτία το αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό μεταλλικών κατιόντων που συμβάλουν στην αύξηση της γενικής του σκληρότητας  (GH). Επίσης υψηλότερες είναι και οι συγκεντρώσεις των ανθρακικών και διττανθρακικών αλάτων. Υπάρχει ακόμη μία πραγματικά απίστευτη ποσότητα διαλυμένων στερεών στο νερό της λίμνης, που σε καμιά περίπτωση δεν βρίσκεται στις άλλες λίμνες, με αποτέλεσμα την πολύ υψηλή ηλεκτροαγωγιμότητα του νερού.

  Για να κάνετε τις συγκρίσεις, έχουμε: Νάτριο (~ 57 mg/l – 64 mg/l), Ασβέστιο (~ 9,2 mg/l – 17,6 mg/l), ιόντα Χλωρίου (~ 39 mg/l – 43 mg/l), Θειικά άλατα (~ 7,0 mg/l – 15 mg/l) και με Ανθρακικά και Διττανθρακικά άλατα περίπου στα 6,0 mg/l – 6,8 mg/l. Όπως θα διαπιστώσατε οι τιμές, συγκριτικά, είναι αρκετά υψηλές, με εξαίρεση το ασβέστιο.

    Τώρα μάθατε λίγα πράγματα σχετικά με τις λίμνες αυτές. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: «τι την κάνω αυτή τη γνώση;» Η πρώτη συμβουλή μου είναι να λαμβάνει κανείς σοβαρά υπ’ όψιν του την ιστορία των λιμνών αυτών. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να αναδημιουργήσει κανείς μέσα σε ενυδρεία αυτό που ο χρόνος και η πολυπλοκότητα της φύσης δημιούργησε. Για παράδειγμα, σκεφτείτε τις υψηλές συγκεντρώσεις πυριτικών αλάτων της λίμνης Victoria. Το πυρίτιο, είναι βασικά αδρανής ουσία, αλλά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι και μέσα στα νερά των λιμνών. Τα διάτομα, χρησιμοποιούν το πυρίτιο για την κατασκευή των κελυφών τους και το απελευθερώνουν ξανά στο νερό, καθώς διαλύονται στη στήλη του νερού, καθώς και κάποια άλλα διάτομα θάβονται και διατηρούνται μέσα στο υπόστρωμα. Το να χρησιμοποιήσει κανείς απλά άμμο, δεν πρόκειται να συνεισφέρει με τον ίδιο τρόπο, εκτός και κάποιος «καλλιεργεί» διάτομα και με κάποιο μαγικό τρόπο ελέγχει τους πληθυσμούς τους, πράγμα που δεν θα είχε καμιά τύχη. Με τον ίδιο τρόπο, εξ’ άλλου θα είχατε τα ίδια προβλήματα με την Tanganyika. Εάν ήσασταν αποφασισμένοι να προσθέσετε όλα τα χημικά που είναι παρόντα στο νερό της λίμνης, όχι μόνο θα έπρεπε να διαθέσετε μία μικρή περιουσία, θα έπρεπε συνάμα να αφιερώσετε και όλη σας τη ζωή για την επίτευξη της διαδικασίας.

  Λέγεται όμως πως είναι εφικτό κάποιος να δημιουργήσει παραπλήσιο κατάλληλο περιβάλλον. Ο Γιώργος, έχει γράψει ένα θαυμάσιο άρθρο για την αναδημιουργία της χημείας νερού της λίμνης Malawi εδώ. Ένα αρκετά κατάλληλο περιβάλλον Tanganyika μπορεί να επιτευχθεί με σχετικό τρόπο με αυτόν του Γιώργου, κάνοντας τις ελάχιστες δυνατόν μετατροπές και «αυξάνοντας τη δόση» και για το νερό της Victoria «χαμηλώνοντας» ελαφρώς τις προτεινόμενες δόσεις του. Ένα πράγμα που θα πρέπει να ΄χετε στο μυαλό σας, όταν κάνετε μετατροπές στο νερό, είναι ότι δεν δημιουργούνται ισόποσα όλα τα μεταλλικά κατιόντα. Μόνο τα πολυσθενή βοηθούν στην μεταβολή του GH. Εάν προσθέσετε σε αυτό ουσίες όπως τα ανθρακικά άλατα (ανθρακικό ασβέστιο για παράδειγμα), με άλλα λόγια ο ασβεστόλιθος, είναι μεν αλκαλικά, αλλά με πολύ χαμηλή διαλυτότητα (δηλαδή, άσχετα με το πόσο αλκαλικά μπορεί να είναι, δεν είναι ικανά να συμβάλουν πολύ στο νερό σας), ενώ τα διττανθρακικά άλατα (όπως το Διττανθρακικό Νάτριο) είναι λιγότερο αλκαλικά, αλλά αρκετά ευδιάλυτα. Επιλέξτε τα χημικά που θα χρησιμοποιήσετε προσεκτικά και έξυπνα!

  Ελπίζω πως με τη βοήθεια αυτού του άρθρου να σας ξεκαθαρίστηκε κάπως η σύγχυση των γενικοτήτων, σχετικά με τις τρεις αυτές λίμνες. Τα προσωπικά μου συμπεράσματα είναι πως αφ’ ενός δεν πρέπει να περιμένει κανείς την απόλυτη τελειότητα, ενώ παράλληλα, πρέπει να συνειδητοποιεί πως το κατάλληλο περιβάλλον δεν είναι και τόσο δύσκολο να επιτευχθεί. Και να προσθέσω ακόμη ότι αισθάνομαι πως το να παίρνει κανείς τοις μετρητοίς τις χημικές διαφοροποιήσεις, του δίνει άλλον ένα λόγο ώστε να μην αναμιγνύει είδη από διαφορετικές λίμνες, αλλά να κρατάει τα ψάρια της Tanganyika με ψάρια μόνο από την Tanganyika, τα ψάρια της Malawi με είδη από την ίδια μόνο λίμνη και τα είδη της λίμνης Victoria με είδη προερχόμενα μόνο από τη Victoria.

Παραπομπές

  Lake Nyasa. Encyclopedia Britannica. 1999-2001.                       http://www.britannica.com/eb/article?eu=57978&tocid=0

 Lake Victoria: A Sick Giant. People and the Planet. 1995. http://www.oneworld.org/patp/pap_victoria.html

 Oliver, Michael. What is the Chemical Composition of Lake Malawi Water?  1997-2001. www.malawiccichlids.com/mw01011.htm

 Lake Nyasa (Lake Malawi). World Lakes Database. ILEC Foundation. http://www.ilec.or.jp/database/afr/afr-13.html

 Lake Tanganyika. World Lakes Database. ILEC Foundation. http://www.ilec.or.jp/database/afr/afr-06.html

 Lake Victoria. World Lakes Database. ILEC Foundation. http://www.ilec.or.jp/database/afr/afr-05.html

Tanganyika Secrets. Cichlid Press 1992, Ad Konings – Horst Walter Dieckhoff

Η επιμέλεια του Ελληνικού MCH γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον Ανδρέα Ηλιόπουλο, στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ύπαρξη της ελληνικής έκδοσης.

Back ] Up ] Next ]

Site Search 

Contact us

       

Malawi Cichlid Homepage © 1999-2006. All rights reserved.